Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Η ζωή ενός επαναστάτη!



Με αφορμή την χθεσινή επέτειο για τα 45 χρόνια από τη δολοφονία του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, σας παραθέτω ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο που βρέθηκε μπροστά μου για τη ζωή ενός επαναστάτη, για την ζωή ενός συμβόλου!


Ο ΕΡΝΕΣΤΟ ΓΚΕΒΑΡΑ ΔΕ ΛΑ ΣΕΡΝΑ, γνωστός ως Che, αποτελεί μιά απ’ τις σπουδαιότερες και πλέον αναγνωρίσιμες προσωπικότητες του 20ου αιώνα. Το αμερικανικό περιοδικό Time τον κατέταξε στις μορφές του αιώνα, ενώ η αγέρωχη όψη του αποτέλεσε και αποτελεί σύμβολο επαναστατικότητας και ανυπακοής απέναντι στους ισχυρούς, στους έχοντες και κατέχοντες.
Τα πρώτα χρόνια.
Ο σπουδαίος επαναστάτης γεννήθηκε στην κωμόποληΡοσάριο της Αργεντινής στις 14 Ιουνίου 1928. Ήταν το πρώτο απ’ τα πέντε παιδιά τουΕρνέστο Γκεβάρα Λιντς και της Σέλια ντε λα Σέρνα, μιάς μεσοαστικής αργεντίνικης οικογένειας με ισπανικές, βασκικές και ιρλανδικές ρίζες. Από την παιδική του ηλικία, ο Ερνέστο έπασχε από άσθμα, ασθένεια που έμελλε να τον ταλαιπωρήσει στο υπόλοιπο της ζωής του. Παρ’ όλα αυτά, δραστήριος και αθλητικός, ο “Ερνεστίτο” ή αλλιώς“Φούσερ”, είχε πολύ καλές επιδόσεις σε διάφορα αθλήματα από το ποδόσφαιρο μέχρι την κολύμβηση και το ποδήλατο. Από μικρός ανέπτυξε ιδιαίτερη έφεση γιά την ποίηση αλλά και τη φιλοσοφία, διαβάζοντας κατά διαστήματα από Πάμπλο Νερούδα μέχρι Λόρκα και από Αριστοτέλη μέχρι Νίτσε και Μαρξ.
Ξεκίνησε τις σπουδές του το 1948 στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μπουένος Άιρες και ειδικεύτηκε στην λεπρολογία. Κατά τη διάρκεια των σπουδών ταξίδεψε σε πολλά μέρη της Λατινικής Αμερικής – καταλυτικό παρ’ όλα αυτά ήταν το πολύμηνο ταξίδι του με το φίλο του Αλμπέρτο Γρανάδο, το 1952. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του σε πόλεις και χωριά της νότιας Αμερικής, ο Ερνέστο είχε την ευκαιρία να παρατηρήσει από κοντά τη ζωή, τις δυσκολίες της καθημερινότητας και την επίπτωση που είχε στους λαούς των λατινοαμερικανικών χωρών η αδικία της αποικιοκρατίας και της εκμετάλλευσης. Ταυτόχρονα όμως ανακάλυψε τις κοινές αξίες και τα ιδανικά που συνέδεαν, ως συνεκτικός κρίκος, τους λατινοαμερικανικούς λαούς.
Ριζοσπαστικοποίηση και ανταρτοπόλεμος.
Η πολιτική του συνειδητοποίηση και ωρίμανση ήρθε την περίοδο που βρισκόταν στην Γουατεμάλα, ως απόφοιτος πλέον της Ιατρικής Σχολής. Όταν το 1954 η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση του Γιάκομπο Άρμπενς ανατράπηκε έπειτα από στρατιωτικό πραξικόπημα υποστηριζόμενο από τις μυστικές υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Γκεβάρα έφυγε γιά το Μεξικό. Έχοντας ήδη αναπτύξει ριζοσπαστικές ιδέες – και ερχόμενος όλο και πιό κοντά στον επαναστατικό μαρξισμό – ο Γκεβάρα κατέφυγε στο Μεξικό. Εκεί, στην Πόλη του Μεξικού, ήρθε σε επαφή με εξόριστους κουβανούς επαναστάτες οι οποίοι σχεδιάζαν την ανατροπή του δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα. Τον Ιούλιο του 1955, έπειτα από πρωτοβουλία του Ραούλ Κάστρο, ο Ερνέστο Γκεβάρα γνωρίζεται με τον Φιντέλ σε φιλικό σπίτι στην μεξικανική πρωτεύουσα. Αποφασίζει να προσχωρήσει στην ομάδα των κουβανών επαναστατών και αποκτά – λόγω μιάς ιδιομορφίας των αργεντίνικων ισπανικών του – το προσωνύμιο “Τσε” που θα τον σημαδέψει σε όλη του τη ζωή.
Στις 26 Νοεμβρίου 1956 επιβιβάστηκε στη Granma ως γιατρός της ομάδας 81 ανταρτών με προορισμό τις ακτές της Κούβας. Λίγες ημέρες αργότερα θα ξεκινούσε η επαναστατική δράση στα βουνά της Σιέρρα Μαέστρα ενάντια στα στρατεύματα της δικτατορίας του Μπατίστα. Δείχνοντας από νωρίς τις στρατηγικές του αρετές, ο Γκεβάρα “αναβαθμίστηκε” ιεραρχικά σε Κομαντάντε, γινόμενος ο πρώτος διοικητής του Επαναστατικού Στρατού. Παρ’ όλα αυτά, συνέχιζε να προσφέρει ο ίδιος τις ιατρικές του γνώσεις τόσο σε τραυματίες αντάρτες όσο και σε αιχμαλώτους στρατιώτες του καθεστώτος. Κατά τη διάρκεια του αντάρτικου στη Σιέρρα Μαέστρα γνωρίζεται με τη μέλλουσα σύζυγο του, Αλέιδα Μαρτς, εθελόντρια στον Επαναστατικό Στρατό.
Τον Σεπτέμβριο του 1958, ο Γκεβάρα και ο Καμίλο Σιενφουέγος οδήγησαν δύο διαφορετικά τάγματα ανταρτών σε καθοριστικής σημασίας νίκες ενάντια στις δυνάμεις του Μπατίστα. Αυτές οι στρατηγικές επιτυχίες είχαν ως αποτέλεσμα την σταδιακή μετατόπιση του μετώπου πιό κοντά στην έδρα του καθεστώτος, στην πρωτεύουσα Αβάνα. Ένα χρόνο σχεδόν πριν το θρίαμβο της Επανάστασης ο Ερνέστο Γκεβάρα είχε αναδειχθεί ήδη σε κορυφαίο στέλεχος του αντάρτικου Στρατού, έχοντας αποκτήσει τη φήμη του δεινού και γενναίου στρατηγού υπό ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες.
Εδραιώνοντας την Επανάσταση.
Η θριαμβευτική νίκη των Επαναστατών και η άτακτη φυγή του Μπατίστα από το νησί, την 1η Ιανουαρίου 1959, βρήκε τον Ερνέστο Γκεβάρα κορυφαίο στέλεχος της νέας κυβέρνησης. Τέθηκε πρώτα επικεφαλής του Τμήματος Βιομηχανίας του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Μεταρρύθμισης και αργότερα διορίστηκε από τον Φιντέλ Κάστρο πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας. Και οι δύο θέσεις που ανέλαβε είχαν ως κεντρικό στόχο την οικονομική ανοικοδόμηση της χώρας, έπειτα από δεκαετίες αυταρχικής και διεφθαρμένης διακυβέρνησης. Στο πρόγραμμα δε της Αγροτικής Μεταρρύθμισης ο ρόλος του Τσε ήταν καθοριστικός, τόσο στο σχεδιασμό όσο και στην εφαρμογή μιάς ριζικής ανατροπής των κατεστημένων ιδιοκτησιακών καθεστώτων γης στη χώρα. Ο Γκεβάρα αποτέλεσε βασικό στέλεχος της επαναστατικής πολιτικής οργάνωσης που αργότερα, το 1965, μετεξελίχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας. Το Φεβρουάριο του 1961 ανέλαβε υπουργός Βιομηχανίας.
Οι αρμοδιότητες του Τσε δεν περιορίστηκαν σε πόστα της επαναστατικής κυβέρνησης Κάστρο. Ο ίδιος ανέλαβε την εκπροσώπηση της κουβανικής κυβέρνησης σε διεθνή φόρα, επισκεπτόμενος διάφορες πρωτεύουσες και συνομιλώντας με ξένες ηγεσίες. Στο πλαίσιο αυτού του ρόλου του, ο Τσε επισκέφτηκε τη Μόσχα και το Πεκίνο, ενώ ταξίδεψε επίσης σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης, της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής. Συναντήθηκε με τους κυριότερους πολιτικούς ηγέτες του σοσιαλιστικού μπλοκ της εποχής, από τον Μάο Τσε Τουνγκ και τον Γκαμάλ Αμπντελ Νάσερ μέχρι τον αντιπρόεδρο Μικογιάν της ΕΣΣΔ και τον Ζόζεφ Τίτο της Γιουγκοσλαβίας. Ταυτόχρονα συνάντησε σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής, όπως ο ρώσος κοσμοναύτης Γιούρι Γκαγκάριν και το θρυλικό ζεύγος της γαλλικής διανόησης Ζαν Πολ Σαρτρ και Σιμόν ντε Μποβουάρ.
Κατά τη διάρκεια των αποστολών του στο εξωτερικό, ο Τσε διέπρεψε ως ομιλητής-υποστηρικτής των χωρών του Τρίτου Κόσμου. Κατά την συνδιάσκεψη του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών στην Ουρουγουάη το 1961 κατήγγειλε τα ιμπεριαλιστικά σχέδια της τότε κυβέρνησης Τζον Κέννεντι, ενώ το 1964 εκφώνησε λόγο στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη εκπροσωπώντας την κουβανική κυβέρνηση.
Κονγκό, Βολιβία & η δολοφονία.
Η θεώρηση του, περί εξάπλωσης της Επανάστασης σε όλον τον μαστιζόμενο απ’ τον ιμπεριαλισμό Τρίτο Κόσμο, τον οδήγησε να εγκαταλείψει την Κούβα τον Απρίλιο του 1965. Νέος προορισμός το Κονγκό της Κεντρικής Αφρικής όπου ο Τσε ανέλαβε να ηγηθεί ομάδας ανταρτών προς υποστήριξη της εκεί αντι-ιμπεριαλιστικής επαναστατικής πάλης. Παρά την σημαντική συνεισφορά του Γκεβάρα, το επαναστατικό κίνημα στο Κονγκό δεν απέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, αναγκάζοντας τον Τσε να επιστρέψει στην Κούβα το Δεκέμβριο του 1965. Εκεί προετοίμαστηκε γιά μιά νέα αποστολή. Αυτή τη φορά στη Βολιβία, με στόχο τη δημιουργία αντάρτικου στρατού και την ανατροπή του εκεί δικτατορικού καθεστώτος. Απώτερος σκοπός ήταν η διάδωση, με τη μορφή του ντόμινο, της επαναστατικής φλόγας σε όλην τη Λατινική Αμερική.
Ο Τσε έφτασε στη Βολιβία το Νοέμβριο του 1966 με ψευδή στοιχεία και αλλαγμένος φυσιογνωμικά, ώστε να μην προκαλέσει τις υποψίες των αρχών. Τα πράγματα στη Βολιβία όμως απεδείχθησαν ιδιαίτερα περίπλοκα. Οι χωρικοί, φοβισμένοι και τρομοκρατημένοι από το καθεστώς, δεν ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν τους αντάρτες ενώ το επίσημο κομμουνιστικό κόμμα της χώρας αρνήθηκε να συνδράμει τον Τσε και τους επαναστάτες. Κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, μιά ομάδα ανταρτών υπό τον Τσε περικυκλώθηκε από βολιβιανές στρατιωτικές δυνάμεις και σε ανταλλαγή πυρών ο Γκεβάρα τραυματίστηκε στο πόδι. Οι – εκπαιδευμένοι από τις ΗΠΑ – βολιβιανοί στρατιώτες τον συνέλαβαν μαζί με άλλους οκτώ συντρόφους στις 8 Οκτωβρίου 1967 κοντά στο χωριό Λα Ιγκέρα. Σημαντικό ρόλο στην σύλληψη του Τσε έπαιξε ο πράκτορας των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών Φέλιξ Ροντρίγκεζ.
Ο Τσε Γκεβάρα έμεινε αιχμάλωτος του καθεστωτικού στρατού γιά λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο. Με εντολή του στρατιωτικού δικτάτορα της χώρας Ρενέ Μπεριέντος και με την συγκατάθεση της CIA ο Τσε δολοφονήθηκε από βολιβιανό στρατιώτη στις 9 Οκτωβρίου 1967. Την επομένη της εκτέλεσης, έπειτα από τη νεκροψία στο νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα, το σώμα του Τσε μεταφέρθηκε στο πλυσταριό του χωριού όπου και εκτέθηκε, ως απόδειξη του βολιβιανού στρατού προς τον δύσπιστο διεθνή τύπο. Πέραν του πλήθους των ντόπιων που συγκεντρώθηκαν, στο σημείο παρεβρίσκονταν τέσσερις ανταποκριτές από εφημερίδες του εξωτερικού. Η εικόνα του νεκρού επαναστάτη – που κείτονταν σαν ένας σύγχρονος Χριστός, σύμφωνα με βρετανό κριτικό τέχνης Τζον Μπέργκερ -  έκανε το γύρο του κόσμου. Προς μακάβρια απόδειξη του ότι ο Τσε Γκεβάρα δεν ήταν πλέον εν ζωή, οι βολιβιανές αρχές ζήτησαν τον ακρωτηριασμό των άνω άκρων του επαναστάτη, τα οποία στάλθηκαν στο Μπουένος Άιρες γιά επιστημονική επιβεβαίωση της ταυτότητας του νεκρού. Ο Τσε και οι υπόλοιποι έξι σύντροφοι του ετάφησαν σε ένα χωράφι στο χωριό Βαλεγκράντε, σε μιά επιχείρηση των βολιβιανών αρχών που κρατήθηκε υπό απόλυτη μυστικότητα.
Στην Αιωνιότητα.
Στις 15 Οκτωβρίου ο Φιντέλ Κάστρο παραδέχθηκε δημοσίως το θάνατο του συναγωνιστή του, κηρύττωντας στο νησί τρείς ημέρες εθνικού πένθους. Στις 18 του ίδιου μήνα ο κουβανός ηγέτης μίλησε ενώπιων εκατομμυρίων ανθρώπων που συγκεντρώθηκαν στην πλατεία της Επανάστασης στην Αβάνα προς τιμήν του Τσε. Εξαίροντας την προσωπικότητα και τη δράση του Γκεβάρα, ο Κάστρο τόνισε μεταξύ άλλων:
“Εάν θέλουμε να εκφράσουμε το πως θα θέλαμε να είναι οι άνδρες των επόμενων γενεών, πρέπει να πούμε: Ας είναι όπως ο Τσε! Εάν θέλουμε να πούμε πως επιθυμούμε να εκπαιδευτούν τα παιδιά μας, πρέπει χωρίς αμφιβολία να πούμε: Θέλουμε να εκπαιδευτούν σύμφωνα με το πνεύμα του Τσε!”.
Το σώμα του Τσε παρέμεινε θαμμένο στο Βαλεγκράντε της Βολιβίας γιά τριάντα ολόκληρα χρόνια. Έρευνες Κουβανών και άλλων λατινοαμερικάνων επιστημόνων το 1997, οδήγησαν στην ανακάλυψη του ομαδικού τάφου των επτά ανταρτών. Αφού πιστοποιήθηκε η ταυτότητα των οστών, το λείψανο του Τσε μεταφέρθηκε στην Κούβα όπου και ενταφιάστηκε σε ειδικό μαυσωλείο που χτίστηκε στην πόλη Σάντα Κλάρα.
Παρά την φυσική του εξόντωση όμως, το πνευματικό κληροδότημα του Τσε περί της “διαρκούς επανάστασης” παρέμεινε ζωντανό. Ενέπνευσε εκατομμύρια ανήσυχους νέους, από το Μάη του ’68 και τη δεκαετία του 1970 μέχρι τις μέρες μας. Η μορφή του, αγέρωχη και επαναστατική, παρέμεινε το σύμβολο της ανηπακοής και της συνεχούς προσπάθειας γιά ένα καλύτερο αύριο.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Να πιστεύεις ακόμα κι όταν δεν σε πιστεύουν!


Όπως συμβαίνει σε όλους, τα πράγματα αρχίζουν να μπαίνουν στη θέση τους όταν επικεντρωνόμαστε σε αυτό που θέλουμε.
“Ποτέ δεν μπορούμε να πληγώσουμε την ψυχή, γιατί ποτέ δεν μπορούμε να πληγώσουμε το Θεό. Ωστόσο, μένουμε αιχμάλωτοι της μνήμης, κι αυτό γεμίζει με δυστυχία τη ζωή μας, παρόλο που έχουμε όλα όσα χρειάζονται για να είμαστε ευτυχισμένοι. Το μίσος κουράζει…”
“Απελεθερώνομαι από το μίσος μέσω της συγχώρεσης και της αγάπης. Κατανοώ ότι ο πόνος, όταν δεν μπορεί να αποφευχθεί, υπάρχει για να με κάνει να προχωρήσω προς τη δόξα. Καταλαβαίνω ότι όλα είναι πλεγμένα μεταξύ τους, όλοι οι δρόμοι συναντιούνται, όλα τα ποτάμια κατευθύνονται προς την ίδια θάλασσα. Γι’ αυτό είμαι κι εγώ τώρα το όργανο της συγχώρεσης.Συγχώρεσης για αδικήματα που διαπράχθηκαν, ένα που γνωρίζω και ένα που δεν γνωρίζω.”
Η Χιλάλ μιλάει χαμηλόφωνα, όμως η ακουστική μέσα στο ναό είναι τόσο τέλεια, ώστε όλα όσα λέει μοιάζουν να αντηχούν παντού.
Συγχωρώ για τα δάκρυα που με έκαναν να χύσω.
Συγχωρώ για τους πόνους και τις απογοητεύσεις.
Συγχωρώ για την προδοσία και το ψέμα.
Συγχωρώ για τη συκοφαντία και τη δολοπλοκία.
Συγχωρώ για το μίσος και το διωγμό.
Συγχωρώ για τα χτυπήματα που με τραυμάτισαν.
Συγχωρώ για τα κατεστραμμένα μου όνειρα.
Συγχωρώ για τις πεθαμένες ελπίδες.
Συγχωρώ για την έλλειψη αγάπης και το φθόνο.
Συγχωρώ για την αδιαφορία και τη μνησικακία.
Συγχωρώ για την αδικία στο όνομα της δικαιοσύνης.
Συγχωρώ για την οργή και την κακομεταχείρηση.
Συγχωρώ για την παραμέληση και τη λησμονιά.
Συγχωρώ τον κόσμο με όλο του το κακό.”
Κλείνει ξανά τα μάτια και κοιτάζει προς τα πάνω.
“Συγχωρώ και τον εαυτό μου. Μακάρι οι κακοτυχίες του παρελθόντος να μη βαραίνουν πια την καρδιά μου. Στη θέση της στεναχώριας και της πικρίας βάζω την κατανόηση και τη συναίσθηση. Στη θέση της αντιδραστικότητας βάζω τη μουσική που βγαίνει από το βιολί μου. Στη θέση του  πόνου βάζω τη λησμονιά. Στη θέση της εκδίκησης βάζω τη νίκη.
“Θα έχω από τη φύση μου την ικανότητα :
Να πονάω ακόμα κι όταν έχω χάσει τα πάντα.
Να δουλεύω χαρούμενη ακόμα και μέσα σε πάσης φύσεως εμπόδια.
Να τείνω το χέρι ακόμα κι όταν βρίσκομαι στην απόλυτη μοναξιά και εγκατάλειψη.
Να στεγνώσω τα δάκρυά μου ακόμα κι όταν κλαίω με λυγμούς.
Ας γίνει έτσι. Θα γίνει έτσι”.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Paulo Coelho  Άλεφ.

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Σὲ περιμένω παντοῦ


Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται
νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.
Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολικὰ βιβλία, πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.
Θὰ θυμᾶμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.
Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.
Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ προχώρα. Ἐκεῖ ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα,
ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα καινούργιο κόσμο... ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!

Τάσος Λειβαδίτης

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ: 19 χρόνια που λείπει από κοντά μας...


Σαν σήμερα έφυγε από την ζωή, μετά από δική της επιλογή, η «αιρετική» ποιήτρια  Κατερίνα Γώγου. Αυτοκτόνησε με χάπια και αλκοόλ στις 3 Οκτωβρίου 1993.
Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου του 1940. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Τάκη Μουζενίδη και στις σχολές χορού των Πράτσικα, Ζουρούδη και Βαρούτη. Εργάστηκε από μικρή ηλικία σε παιδικούς θεατρικούς θιάσους και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της φίνος φιλμ. Όντας πνεύμα ανήσυχο όμως, δεν έμεινε εκεί.
Το αγοροκόριτσο του παλιού ελληνικού κινηματογράφου κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 το πρώτο της βιβλίο με τίτλο "Τρία Κλικ Αριστερά". Το ανέμελο κορίτσι του σελιλόιντ κραύγαζε κραυγή μεγάλη, ώριμη γυναίκα πια ηλικιακά και με το πρόσωπο της απελπισίας για δέρμα της. Άνθρωπος υπερκινητικός με μυαλό που δούλευε συνέχεια στο κόκκινο, γνώρισε από νωρίς την μέσα ήττα. Ίσως γι' αυτό η φωνή της βρήκε τέτοια απήχηση στη νεολαία της εποχής. Ήταν ένα σώμα που έζησε ξέφρενα σχεδόν τα πάντα κι ένα μυαλό που κάηκε τελικά από την ανημποριά του ν' αντιμετωπίσει το φονικό σύστημα αξιών της εποχής, που επέβαλλε τις ζωές - φωτοτυπίες. Έγινε μια τεράστια κραυγή, μια ηχώ απελπισίας, την οποία, εκείνα τα χρόνια τουλάχιστον, οικειοποιήθηκε κατά το πλείστον ο (ιδεολογικός) χώρος των εξαρχείων.
Ο λόγος της είναι έξω από φόρμες και κυρίως έξω από τα όρια του κινούμενου, κατά των εποχών, ήθους. Ήταν ασυμβίβαστος. Η Κατερίνα, φωνάζει, βρίζει, κλαίει, ουρλιάζει, κομματιάζεται. Αυθεντική όπως ο πόνος. Απόλυτη όπως το αδιέξοδο.
Το 1986, η Κατερίνα έλεγε: "Δεν θέλω να γίνω μελό, δεν πουλάω τα παιδικά μου χρόνια, ούτε τα πρόσφατα... Ελπίζω. Αν δεν ελπίζω εγώ, ποια θα ελπίζει; Είμαι μάχιμη. Ουαί και αλίμονο αν αυτό δεν είναι ναι στη ζωή. Έγραφα γιατί ήταν μια αναγκαιότητα για μένα. Μια κίνηση για να μην αυτοκτονήσω. Τώρα μου έχει περάσει. Δεν θέλω να αυτοκτονήσω, έχω φύγει από αυτό. Αισθάνομαι ανασφαλής γιατί βγαίνω και μιλάω χωρίς να έχω τίποτα, χωρίς να ανήκω πουθενά..."
Η Κατερίνα αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ελληνική ποίηση. Η αιώνια έφηβος, η οργισμένη, η πιο σπαρακτικά ραγισμένη φωνή της γενιάς της. Μια ποιήτρια που έγραφε για να μην εκραγεί, που είχε κάνει τον πόνο και το παράπονο στίχους, κι αυτοί οι στίχοι ήταν πάνω απ' όλα αληθινοί.
Όπως έχει ειπωθεί "Η Κατερίνα Γώγου έκανε ποίηση σε μια εποχή που οι άλλοι "ποιητές" έκαναν δημόσιες σχέσεις. Πάνω απ' όλα ήταν η ίδια ποίηση. Ανάμεσα σε χάπια, ποτά, σβησμένα τσιγάρα, φτωχογειτονιές, προδοσίες..."
Το σίγουρο είναι ότι η Κατερίνα ήταν ένας ασυμβίβαστος άνθρωπος, κάποια που δεν άντεχε όλο αυτό τον πόνο και την αθλιότητα γύρω της, και έβγαζε ποιητικές κραυγές μπας και ξυπνήσουν οι χαρτοφυλακένιοι άνθρωποι. Οι κραυγές της δεν πήγαν χαμένες, αφού όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι διαβάζουν την ποίησή της, όλο και περισσότεροι αληθινοί άνθρωποι την ανακαλύπτουν.
Η ζωή όμως δεν χαρίζεται... Προσπάθησε να αντιμετωπίσει τα πράγματα ως θεατρίνα. Μόνο που σ' αυτήν την περίπτωση τη μάσκα τη φορούσε για να αντέχει τον καθρέφτη. Δεν της χαρίστηκε ούτε ο θάνατος. Τη βρήκαν στο δρόμο. Η τελευταία υπερβολική δόση (3 οκτωβρίου του 1993). Από όλες τις προηγούμενες (πόνο, πείνα, απόγνωση, διωγμό) είχε γλυτώσει. Αυτή είναι η Γώγου. Ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή αλλά που δεν τον άφησαν να ζήσει, τον πνίξανε. Κατερίνα τουλάχιστον τώρα ελπίζω να είσαι ελεύθερη. "Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου ε;".

Λιλή Ζωγράφου: Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρόνων!


Η ζωή περνά από μέσα μου, με διαποτίζει με την ασκήμια της, με γεμίζει λύσσα με την αδικία της την οργανωμένη, με ταπεινώνει με την ανημποριά μου ν’ αντιδράσω, να επαναστατήσω αποτελεσματικά, να υπερασπιστώ το μαζικό μας εξευτελισμό.
Αν ξαναγινόμουν είκοσι χρόνων θα ξεκινούσα από τις κορφές των βουνών, αντάρτης, ληστής, πειρατής, ν’ ανοίξω τα μάτια εκείνων που δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, όσο και κείνων που εθελοτυφλούν. Όχι, η επανάστασή μου δε θα στρεφόταν κατά του καταστημένου και του συστήματός του, αλλά εναντίον εκείνων που το ανέχονται. Θα σκότωνα, θα τσάκιζα την κακομοιριά, την υποταγή, την ταπεινοφροσύνη.
Η γη έτσι κι αλλιώς δε χωρά άλλους ταπεινούς και καταφρονεμένους. Όπως δε χωρά άλλα φερέφωνα προκάτ επανάστασης.
Η ζωή γίνηκε πια πάρα πολύ απάνθρωπη για να την καλουπώνουμε σε σχήματα, δε μας ανήκει καν, όπως δε μας ανήκει τίποτα, από τη γη που κατοικούμε ως τα πρόσωπά μας.
Όταν ο κάθε τυχάρπαστος, ο κάθε τιποτένιος, μπορεί να μάς δέσει πάνω σε μια καρέκλα, σ’ έναν πάγκο ή σ’ ένα κρεβάτι, να μάς φτύσει, να μάς μαστιγώσει, να μάς βιάσει.
Το Σύστημα αποχαλινωμένο καλλιεργεί σκόπιμα την ασυνειδησία, την αγριότητα, το χάος, καταλύοντας το σεβασμό για τον ανθρώπινο παράγοντα. Δεν άφησε τίποτα ανεκμετάλλευτο, από το “χάσμα των γενιών” που αποκόβει τους ανθρώπους μεταξύ τους και ετοιμάζει τους αυριανούς παιδιά-καταδότες του Χίτλερ, ως την κατάργηση της οικογένειας.
Ο άνθρωπος βγαίνει στο σφυρί.
Για να μη βρίσκει το Σύστημα καμιά αντίδραση και να μπορέσει αύριο να βγάλει ελεύθερα στο σφυρί και τις πατρίδες.
Ο Παπαδόπουλος ήταν μια δοκιμή και στον ευρωπαϊκό χώρο, κατά το σύστημα των χιλιάδων πειραμάτων που πραγματοποιούνται σ’ όλες τις περιοχές του πλανήτη. Η συνταγή είναι πια κοινή: Όταν ένας λαός σηκώσει κεφάλι κατά του κυβερνήτη του, εκπρόσωπου του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, βρείτε έναν αλήτη και αναθέστε του να περάσει χειροπέδες σ’ αυτό το λαό. Κι αφήστε τον να εξουθενωθεί.
Το πιθανότερο είναι να συνηθίσει και να ζήσει εξουδετερωμένος από τριάντα μέχρι σαράντα χρόνια, όπως συνέβη στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Επειδή όμως οι καιροί αλλάζουν, τα πράματα πάνε γρηγορότερα, η συνταγή τροποποιήθηκε.
Πάρτε τα κλειδιά από τον αλήτη, δώστε τα στον παλιό κυβερνήτη και στείλτε τον να ξεκλειδώσει τις χειροπέδες. Ο λαός θα του γλείφει τα χέρια, βλέποντάς τον σαν ελευθερωτή του.
Γι’ αυτό και μεις, τα σύγχρονα πειραματόζωα, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε πάντα τον όρο π.Χ., που θα σημαίνει τώρα πια “προ Χούντας”, και μ.Χ., “μετά τη Χούντα”. Γιατί το πείραμα πέτυχε και δεν πρέπει να το λησμονούμε ούτε στιγμή. Η Ελλάδα εκδίδεται, συνειδητά και ασύνειδα. Κι ούτε ένας αθώος. Ανεύθυνος κανένας.
 
Λιλή Ζωγράφου, Οκτώβρης 1978 μ.Χ.