Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Μας φοβούνται και μας σκοτώνουν!


34χρονος νεκρός, δολοφονημένος από μαχαίρι χρυσαβγίτη, από μαχαίρι φασίστα. Γιατί σοκάρεσαι; Δεν το περίμενες; Η λύπη για τον χαμό, για τον άδικο χαμό του παλικαριού είναι αυτονόητη, η οργή, ο θυμός, η αγανάκτηση το ίδιο. Αλλά σοκ; όχι. Εδώ και καιρό η χρυσή αβγή έχει ξεκινήσει να στρέφεται εναντίον αντιφρονούντων, εναντίον της αντιπολίτευσης, εναντίον απεργών, εναντίον κομμουνιστών και αριστερών. Ξεχνάς την δολοφονική επίθεση εναντίων μελών του ΚΚΕ; Πριν μια εβδομάδα έγινε.
Μη ξαφνιάζεσαι λοιπόν, ο θάνατος του Παύλου, ο θάνατος αυτού του νεαρού αντιφασίστα είχε προαναγγελθεί. Δεν είναι το πρώτο θύμα των Ελλήνων νεοναζί, όχι. Μόνο που αυτή τη φορά δεν τον σκότωσαν επειδή είχε διαφορετικό χρώμα, διαφορετική εθνικότητα, τον σκότωσαν επειδή είχε διαφορετικές ιδέες, διαφορετικά πολιτικά φρονήματα από αυτούς.
Η δολοφονία αυτή αποτελεί την κορύφωση της ναζιστικής τρομοκρατίας. Τώρα κατάλαβες ακόμα κι εσύ που τους ψήφισες (και δεν ήξερες, και δεν ήσουν ενήμερος και λοιπές αθωωτικές δικαιολογίες) ότι το δολοφονικό τους έργο δεν αφορούσε μόνο τους μετανάστες (για τους οποίους δεν σε ένοιαζε και πολύ) αλλά και κάθε ντόπιο αντιφρονούντα. Και τώρα κι εσύ ψηφοφόρε τους είσαι συνένοχος, πήγαινε να ξεπλύνεις το αίμα από τα χέρια σου, κι άνοιξε επιτέλους τα μάτια και τα αυτιά σου.
Κι εσύ μοντέρνε φιλελεύθερε που μου μιλάς για ψυχραιμία, θέλω και εσένα να σου πω κάτι. Ήσουν ψύχραιμος όταν πέταγαν τα άψυχα κορμιά των μεταναστών στα σκουπίδια. Ήσουν ψύχραιμος όταν δολοφόνησαν το νεαρό Θανάση πετώντας τον από το λεωφορείο. Θα ‘σαι ψύχραιμος και τώρα που ένας φασίστας μαχαιροβγάλτης έμπηξε τη λάμα στην καρδιά του νεαρού αντιφασίστα; Αν ναι, πήγαινε τότε κι εσύ να ξεπλύνεις το αίμα από τα χέρια σου, γιατί είσαι ακόμα ένας συνένοχος.
Εγώ πάντως ψύχραιμη δεν θα ‘μαι. Κι επειδή θέλω στο μέλλον, να αγκαλιάζω τα παιδιά μου, και να τους μιλώ για αξίες, για ανθρωπιά, για αλληλεγγύη, θέλω τα χέρια μου να είναι καθαρά. Δεν θέλω ψυχραιμία κύριοι, θέλω η οργή όλων μας να ξεχυθεί στο δρόμο, θέλω  να μη μείνει κανείς φασίστας όρθιος εκεί έξω, θέλω το τέλος της ανοχής, θέλω νίκη.
Κι αν εσύ δεν θες, αύριο στη θέση του Παύλου να ‘ναι το παιδί σου ή στη θέση του Παύλου να ‘σαι εσύ, βγες στο δρόμο επιτέλους, σήκωσε το κεφάλι και μην υποχωρείς , δεν θα νικήσουν αυτοί, εμείς θα νικήσουμε και ξέρεις γιατί;
Γιατί όπως είχε γράψει και ο Λειβαδίτης: ‘’Μας φοβούνται και μας σκοτώνουν. Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε, φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε, φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι του παιδιού μας, φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν να αγκαλιάζουν τόσο τρυφερά και να μοχθούν αντρίκια. Φοβούνται τα λόγια που λέμε οι δυο μας με φωνή χαμηλωμένη, φοβούνται τα λόγια που θα λέμε αύριο όλοι μαζί. Μας φοβούνται, κι όταν μας σκοτώνουν, νεκρούς μας φοβούνται πιο πολύ.’’

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

έγινε η απώλεια συνήθεια μας.

μια στιγμή. ένα λάθος.
αίμα. σιωπή
οδύνη. πόνος
απώλεια. κενό.
θεέ μου πόσο όμορφος ήταν.
μετά από εκείνο το πρωί,
το κατώφλι μου δεν θα ξανάβλεπε τόση ομορφιά.
και τα μάτια μου, δε θα ξανακαθρεφτίσουν το χαμόγελο του.
θα πιω απόψε, θα πιω πολύ, γιατί πίνω για δυο.
πίνω και για σένα καλέ μου.
κόκκινο κρασί.
κόκκινο για όλες τις ματωμένες πια επιθυμίες
για όλα τα ματωμένα όνειρα.
για μένα που σε περίμενα.
για σένα που δεν ήρθες.
για σένα που δεν θα 'ρθεις πια ποτέ.
ατέλειωτο ταξίδι, ατελείωτος κι ο πόνος που άφησες πίσω σου.
ξέρεις αν μπορούσες να με ακούσεις
θα σου έλεγα πως η μέρα γινόταν πιο όμορφη όταν χαμογελούσες
και πως το βράδυ μου γέμιζε φως όταν με έπαιρνες αγκαλιά,
και έλεγες ότι είμαι σαν στρουμφάκι δίπλα σου.
θα σου έλεγα ακόμη πως τα τραγούδια που με ανάγκαζες να ακούω,
δε τα σιχαινόμουν τόσο όσο έδειχνα, καμιά φορά μ 'άρεσαν κιόλας,
αλλά αυτό δεν στο έδειχνα σίγουρα.
θα σου έλεγα πως μου αρέσει πολύ να πίνουμε μαζί,
και πως ξέρω ότι με άφηνες να κερδίσω στα χαρτιά.
θα σου έλεγα πως δίπλα σου νιώθω ασφάλεια.
θα σου έλεγα πως αν μου γύρναγες, τώρα θα τα 'ξερες όλα.
κι ακόμη θα 'ξερες πως πάντα κρατιόμουν από πια λεπτή κλωστή
για να μην έρθω πιο κοντά σου.
αλλά, δεν με ακούς. κι αυτά δεν τα 'μαθες ποτέ.
αλλά σκέφτομαι πως αν καταφέρω να μαζέψω τα κύματα,
και τους τραγουδίσω το πιο γλυκό τραγούδι, ίσως τα καλοπιάσω
και έρθουν να σε βρουν. και να σου πουν. να σου "τα" πουν.
κι ίσως μετά έρθεις κι εσύ, σαν αεράκι, να μ'αγγαλιάζεις κάποιο βράδυ,
εκεί στα ανήλιαγα, στα σκοτεινά, εκεί που δεν υπάρχει χρόνος κ τόπος,
σε κάποιο όνειρο, σε κάποια πλάνη του μυαλού μου,
στην τελευταία γουλιά του κρασιού μου.

αυτή είναι η αλήθεια μου.

Για σένα.
για σένα που έφυγες και δεν θα γυρίσεις.
για το χαμόγελο σου που δεν θα ξαναδώ.

Καλό σου ταξίδι αγαπημένε μου. Θα τα ξαναπούμε. Να με περιμένεις.