Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Ακόμα Εδώ


























Οι νύχτες είναι πια πολύ μπερδεμένες.
Ίσως να ήταν πάντα.
Μα οι αντοχές λιγοστεύουν.
Επαγγελματικά χτυπήματα κάτω απ' τη μέση.
Τα πόδια λυγίζουν.
Δύσκολο να σταθείς.
Ο χειμώνας αυτός μας βρήκε απροετοίμαστους.
Στέκεται αμίλητος και κοιτάζει, κάποια σημάδια, σ'ένα ξεφτισμένο τοίχο.
Το τσιγάρο καίει στα χείλη.
Παίρνει δυό δυνατές ρουφηξιιές και με την κάφτρα του σχηματίζει μια ημερομηνία.
Αναρωτιέται πόσος καιρός πέρασε.
Μοιάζει πολύς, μα, ίσως να 'γινε και χθες.
Ο χρόνος λίγη σημασία έχει πια.
Πολεμά μαζί του.
Άνιση μάχη.
Αλλά πως αλλιώς;
Έτσι έχει μάθει.'
Η φωνή της, σαν μια βίαιη αφύπνιση.
Τον τρομάζει.
Απομακρύνεται.
Δεν θέλεις, του φωνάζουν.
Δεν μπορώ, ψιθυρίζει.
Και συνεχίζει να απομακρύνεται.
Η απόσταση μεγαλώνει.


Προσπαθεί να υπολογίσει τα βήματα. 
Μάταιο. 
Χάνει το μέτρημα. 
Θα σε προλάβω στο αδιέξοδο και θα σε γυρίσω πίσω, του είπε. 
Κι ακόμη πηγαίνει ξοπίσω του. 
Ποτέ πλάι του. 
Μπορεί και της ξεφεύγει. 
Μόνο σε κάτι σταυροδρόμια, καταφέρνει και τον κυκλώνει. 
Ξανά μάταιο. 
Από κυνηγό, τη μετατρέπει σε θήραμα. 
Εύκολη λεία για εκείνον. 
Τόσο, που ξαφνιάζεται και ο ίδιος. 
Κάποια βράδια, κουράζονται.
Συστήνονται ξανά. 
Γελάνε. 
Συνένοχοι στον ίδιο φόβο. 
Στέκονται αντικριστά και σωπαίνουν. 
Δραπετεύουν μέσα σε όμορφα τραγούδια. 
Ταξιδεύουν στις μέρες που θα ‘ρθουν. 
91 εκατοστά μακριά από τον εαυτό τους. 
Ποιον ενοχλούν; 
Αυτοί ξέρουν. 
Και είναι ακόμα εδώ.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

''Στο ίδιο έργο, θεατές [;]"


Πάντα μου ήταν δύσκολο να γράψω κάτι για κείνο τον Δεκέμβρη. Εκείνο τον Δεκέμβρη, δεν είπαμε πολλά. Η οργή που ξεχύθηκε στους δρόμους έθεσε πολλές ερωτήσεις και ίσως και να έδωσε κάποιες απαντήσεις. 

Πέρασαν έξι χρόνια κι όμως οι απαντήσεις που μένουν να δοθούν είναι πολλές. Τα παιδιά που έβλεπα να αντιδρούν, να διαδηλώνουν και να πλημμυρίζουν τους δρόμους, σκόρπισαν, μπερδεύτηκαν … γύρισαν σπίτι «νωρίς». 

Πως έγινε και αφήσαμε το σύστημα που πυροβόλησε τη γενιά μας να συνεχίζει να εγκληματεί; Πως γίνετε να αφήσαμε τη παρακμή να εξαπλωθεί;  Τι στράβωσε; Τι δεν πήγε καλά; Τι έπαθε ρε η γενιά μας; Ξέχασε; Πως μπορεί να ξέχασε; Νομίζω πως ακόμα αντηχεί στα αυτιά μου η είδηση: «15χρονος νεκρός από πυροβολισμό αστυνομικού στα Εξάρχεια» … Ακόμα αντηχούν στα αυτιά μου τα συνθήματα: «15χρονος νεκρός, το μίσος μεγαλώνει – Μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι». Τόσο γρήγορα καταλάγιασε το μίσος; Τόσο γρήγορα μας πέρασε ο θυμός;

 Δεν ήταν η κακιά στιγμή, δεν ήταν ατύχημα, δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, ήταν το κράτος και η ουσία του, ήταν ένας δολοφόνος με στολή και κρατική ανοχή. Κι εμείς αφήνουμε αυτό το κράτος, αυτό το σύστημα και τα παρακλάδια του να δολοφονούν ακόμη. 

Και σήμερα, έξι χρόνια μετά, εμείς θεατές ξανά στο ίδιο έργο. Ο Νίκος Ρωμανός αργοπεθαίνει, ζητώντας το αυτονόητο. Να του επιτραπεί το δικαίωμα να παρακολουθεί τα μαθήματα της σχολής του.  Κρατική δολοφονία από πρόθεση με συνένοχους όλους εμάς. Έξι χρόνια πριν ο Ε. Κορκονέας σκότωσε την ψυχούλα του. Σήμερα το κράτος και η αδιαφορία μας του δίνει τη χαριστική βολή. 

Τι κάνουμε; Πόσο αίμα πρέπει να τρέξει για να σπάσουμε τη γυάλα μας; Τι πρέπει να γίνει για να μην ξανακάτσουμε στον καναπέ μας μέχρι να διώξουμε κάθε πολιτικό και οικονομικό δολοφόνο από τούτη εδώ τη χώρα; Ας ανοίξουμε επιτέλους τα μάτια και τα αυτιά μας. 

Όχι άλλη λύπη, μόνο οργή. Τέρμα η κλάψα, τέρμα η μιζέρια. Να “χουμε συνείδηση. Είναι ώρα για αφύπνιση, ώρα για δράση. Αυτή η σάπια πολιτική δολοφονεί. Ας βάλουμε λοιπόν φωτιά σε αυτή τη σαπίλα. Ας βάλουμε φωτιά στους καναπέδες μας. 

Είναι ζήτημα αξιοπρέπειας, είναι ζήτημα ελευθερίας, είναι ζήτημα δημοκρατίας, είναι ζήτημα ζωής … Δεν πρέπει να σιωπήσουμε, δεν πρέπει να γίνουμε συνένοχοι, δεν πρέπει να ξεχάσουμε. 

Εκείνος ο Δεκέμβρης του 08′ δεν τελείωσε … Κανένας Δεκέμβρης δεν τελείωσε ποτέ …

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Χωρίς βήμα πίσω…


Οι κρατούμενοι Νίκος Ρωμανός και Ηρακλής Κωστάρης βρίσκονται σε απεργία πείνας από τις 10/11 και 29/10 αντίστοιχα, διεκδικώντας το αυτονόητο - εκπαιδευτική άδεια για να παρακολουθήσουν τη σχολή στην οποία πέρασε φέτος με πανελλαδικές εξετάσεις ο πρώτος και φοιτά ήδη εδώ και τρία χρόνια ο δεύτερος. 

Το συμβούλιο των φυλακών Κορυδαλλού όπου κρατούνται απέρριψε το καθ’ όλα νόμιμο αίτημά τους, εφαρμόζοντας στην περίπτωσή τους ένα απαράδεκτο και εκδικητικό καθεστώς εξαίρεσης και διακρίσεων. 

Βλέπεις αυτοί οι άνθρωποι κατά το κράτος, είναι τρομοκράτες. Κι εσύ ακόμη που διαβάζεις αυτό το κείμενο … ίσως κι εσύ, τρομοκράτες να τους θεωρείς. 

Δεν είναι όμως εκείνοι που κατάσχουν τα σπίτια και την περιουσία του λαού. Δεν είναι όμως εκείνοι που βγάζουν νόμους που βυθίζουν τη χώρα στην εξαθλίωση και μας δολοφονούν καθημερινά. Δεν είναι όμως εκείνοι που κλέβουν τις συντάξεις και τους μισθούς του κάθε φτωχού βιοπαλαιστή, όπως κάνουν οι τράπεζες, οι κυβερνήσεις και οι πολυεθνικές. 

Κι αν στ’ αλήθεια αυτοί οι άνθρωποι σου προκαλούν τρόμο, είναι γιατί εκείνοι πίσω απ’ τα κάγκελα νιώθουν πιο ελεύθεροι απ’ ότι εσύ εκεί έξω. Και είναι … πραγματικά ελεύθεροι. Γιατί ξέρεις … πραγματική ελευθερία έχει μονάχα εκείνος που ρισκάρει να πεθάνει γι αυτήν. Αν στ’ αλήθεια αυτοί οι άνθρωποι σου προκαλούν τρόμο είναι γιατί σου δείχνουν κατάμουτρα τι πάει να πει να είσαι ζωντανός. Γιατί για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη απ’ το απλό γεγονός της αναπνοής. 

Δεν είναι λοιπόν μόνο εκδικητική και εξοντωτική η πολιτική που κάθε μέρα ξεδιπλώνει με επιταχυνόμενους ρυθμούς η σημερινή κυβέρνηση. Είναι και η δική σου αδιαφορία απέναντι στον αγώνα αυτών των ανθρώπων. 

Και ως προς το τελευταίο, ο Νίκος Ρωμανός σίγουρα τοποθετείται καλύτερα: 

«Ο καθένας απαντάει στα διλήμματα και κάνει τις επιλογές του. Ή θεατές σε απομονωμένες πολυθρόνες μιας ευνουχισμένης ζωής ή δράστες των γεγονότων που διαμορφώνουν την εξέλιξη της ιστορίας.»

Εσύ λοιπόν θα παραμείνεις θεατής ή μήπως ήρθε πια καιρός να δράσεις;

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Πάνω κάτω η Πατησίων

Ο χειμώνας μας επισκέφτηκε λίγο νωρίτερα φέτος.
Από κάθε άποψη.
Ανοίγω δειλά το παράθυρο, αφήνοντας το φως του ήλιου να με ξεγελάσει για λίγο.
Είναι ήδη μεσημέρι.
Κι όμως δεν έχω κοιμηθεί πολύ.
Ζεστός καφές στο χέρι και κατεβαίνω άγαρμπα τη σκάλα.
Τρέξιμο πάλι για να 'μαι στην ώρα μου.
Οι συγκοινωνίες δεν συνωμοτούν υπέρ μου τελευταία.
Κι έτσι όπως πάντα αργοπορημένη, βγαίνω φουριόζα στην Πατησίων.
Πάνω κάτω η Πατησίων, και φέτος.
Αναπόφευκτο να μην αναπολήσω.
Λίγα χρόνια πριν, όλα μου ήταν ξένα ... άγνωστα, εκεί τριγύρω.

Σήμερα ίσως να γνωρίζω τα λημέρια καλύτερα απ' τη γειτονιά μου.
Το καφέ που συχνάζαμε.
Ο φούρνος με τις λαχταριστές του μυρωδιές.
Τα μικρά θέατρα.
Ο κινηματογράφος για "σινεφίλ", όπως έλεγες.
Το φωτοτυπάδικο που πηγαίναμε τις εργασίες μας.
Οι μπάτσοι  που μας την έσπαγαν, απέναντι απ' την ΑΣΟΕ.
Τέσσερα χρόνια τίποτα απ' τα παραπάνω δεν έχει αλλάξει.
Όλα και όλοι στη θέση τους.
Εκτός από μας.
Εμείς χαθήκαμε.
Μια μέρα κάπου χαθήκαμε κι εμείς σ' αυτό το δρόμο.
Άλλο στενό πήρες εσύ, κι άλλο εγώ.
Και στο 'χα πει, πως έτσι θα γινόταν.
Γελούσες, κι έκανες σχέδια.
Σε θυμάμαι πάντα να γελάς.
Να μου λες για τις ιδέες σου, τα όνειρα σου, τα ταξίδια σου.
Και εγώ ασυνείδητα/συνειδητά φανταζόμουν το ρόλο μου μέσα σ'όλα αυτά.
Ακόμη και σήμερα, αυτός ο ρόλος παραμένει προϊόν της φαντασίας μου.
Μόνο που αυτός ο ρόλος πια, δεν αποτελεί τροφή για όνειρα, ή έστω για τα δικά μου όνειρα.
Για φαντάσου.
Να δεις που κάπως έτσι χωρίζονται οι άνθρωποι.
Τα όνειρα τους δεν τους κάνουν το χατίρι,
ή ίσως και αυτοί να μην κάνουν το χατίρι στα όνειρα τους.
Κι ο κόσμος τους όλο και μικραίνει.
Ώσπου γίνετε ελάχιστος.
Ποιος θα μου το 'λεγε ότι ένας δρόμος θα μου 'φερνε μια τέτοια αναπόληση.
Ποιος θα μου το 'λεγε ότι εμείς οι δύο θα περπατούσαμε σ' αυτό το δρόμο χωριστά.
Δε βαριέσαι. Γνωστές καταστάσεις. Κλισέ απογοητεύσεις. Συνηθίσαμε.
Άργησα που άργησα στο μάθημα, αναπόλησα που αναπόλησα, ας ανάψω κι ένα τσιγάρο.
Κάτι τέτοιες θύμησες, χάνονται λένε μες τον καπνό.
Αύριο θα κάνω ξανά την ίδια διαδρομή και δεν θα σε σκεφτώ ούτε λιγάκι.
Ούτε τόσο δα.
Στο υπόσχομαι.

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Σου γράφω πάλι














Αρκούσε ο ερχομός του. Ένα κρυφό χαμόγελο. Ένα κοίταγμα στα κλεφτά.

Ήταν ένα βροχερό, ανιαρό θα 'λεγες, βράδυ φθινοπώρου.
Μέσα στο μπαράκι, λίγες σκόρπιες παρέες.
Το αλκοόλ και η μουσική, ζέσταιναν την ατμόσφαιρα.

Εκείνη ακουμπισμένη στο πιάνο, έπαιζε με τα μαλλιά της και 
παρατηρούσε τους ανθρώπους τριγύρω της.
Ένα ζευγάρι στο διπλανό τραπέζι, είχε απλώσει μύρια συναισθήματα, 
και τα έκοβε με το μαχαίρι.
Αχ, και να μπορούσε να τα μαζέψει, και να τους τα τρίψει στη μούρη.

Περίεργες εποχές, σκέφτεται. 
Σκοτώνουμε τις στιγμές μας με τόση ευκολία. Τις ρημάζουμε.
Κι έπειτα έτσι ρημαγμένοι λέμε πως συνεχίζουμε. 


Φωτιές που της άναψε τούτο το ζευγάρι απόψε.
Σα να τις έριχνε αλάτι στις πληγές της.

Εδώ που τα λέμε, δεν είναι κι εύκολο να βλέπεις το ίδιο έγκλημα να αναπαριστάται μπρος τα μάτια σου. Και ειδικά όταν δεν έχεις εκτίσει ακόμη την ποινή σου, έχεις φορτίο τις τύψεις να σου τριβολίζουν το μυαλό. 

Ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα θα ρωτήσεις ...
Το δικαστήριο δεν απεφάνθη ακόμη.


Η ώρα περνούσε κι εκείνη είχε μετρήσει κάθε γωνιά του μαγαζιού με τα βήματα της.
Ώσπου ξάφνου, φάνηκε εκείνος ο γνωστός της - άγνωστος.
Και πια δεν είχε τίποτ' άλλο σημασία.

Το ανιαρό βράδυ μετετράπη σε γιορτή.
Οι σκόρπιες παρέες σα να ενώθηκαν.
Αυτό το ζευγάρι που τόσο την εξόργισε σα να αγαπήθηκε απ' την αρχή.


Το αλκοόλ έγινε ξανά μελάνι.
Όλες οι μελωδίες την αγκάλιασαν και πάλι.

Η ψυχή της γέμισε χρώματα.
Εκείνα τα χρώματα.

Κι όσο για τον γνωστό της - άγνωστο ...
έστεκε απέναντι της, 
σαν το μόνο όρθιο πράγμα σε αυτόν τον κόσμο.

Κουβέντα δεν του είπε για όλα εκείνα που την καίνε ακόμη.
Για καλό της, όμως, κάποια τραγούδια, έχουν τον τρόπο
να λένε πιο πολλά κι απ' όσα θα "έπρεπε".


Γλίστρησε σε μια του ματιά και χώθηκε στην αγκαλιά του, σα μικρό παιδί.
Θύτης και θύμα, ένα κουβάρι.
Σου είπα, μη με ρωτάς ποιος είναι τι.
Το δικαστήριο δεν απεφάνθη ακόμη.



Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Δεν ήταν κι η μάρκα μου «μωρέ»
















Ήρθες εδώ και κάπνιζες
κοιτώντας τα σανίδια.

Ήσουν αόριστος και μακρινός
κοκκίνιζες σαν τα κορίτσια
ούτε κουβέντα για όλα αυτά
ούτε και 'γώ σου μίλησα
σου πα μονάχα «μη χάνεσαι»
και σύ μου είπες «ναι μωρέ.»
κι έφυγες ξεχνώντας τα τσιγάρα σου.

Έδωσα μία και 'γώ
έτσι όπως έχω δει
νά κάνετε εσείς οι άντρες
και τρύπησα με το δάχτυλο πέρα
για πέρα τό πακέτο.

Δεν ήτανε κι η μάρκα μου «μωρέ».

Κατερίνα Γώγου

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Παγίδα


Κι αγάπησε ο,τι σ' αγαπά καλύτερα.
 

Όχι ο,τι θέλεις.
 

Γιατί το μυαλό σου είναι παγίδα,
(να το θυμάσαι).

















Things gonna change I heard ...


















Περασμένη η ώρα.
Η νύχτα έπεσε πάνω μας βαριά.
Συνηθίσαμε [;].
Το στριφτό στο τασάκι, και το κρασί αδειάζει απ' το μπουκάλι.
Τα μαλλιά της ριγμένα στο πλάι.
Το βλέμμα στο γνωστό του χάσιμο.
Παίζει με εκείνο το μενταγιόν και περιμένει.
Τι περιμένει; Θα ρωτήσεις.
Ίσως αυτό που κάποιος της έλεγε ότι η ζωή της χρωστάει.
Κι εκείνη νευρίαζε.
Η ζωή δε μου χρωστάει τίποτα, φώναζε.
Πείσμωνε για να αποδείξει σε όλους ότι νιώθει καλά, κι ας μην ένιωθε.
Κι όλοι την πίστευαν.
Χαμογελά, τραγουδά, χορεύει, αυτό που φαίνεται, αυτό και θα 'ναι.
Κι έτσι κανείς δεν κοίταζε στο μετακείμενο.
"Things gonna change I heard", ψιθυρίζει, αλλά δεν δέχεται να βουρκώσει.
Πάει καιρός που ορκίστηκε πως δεν θα ξανακλάψει.
Και το τήρησε.
Κι όλα τα δάκρυα που δεν έτρεξαν απ' τα μάτια της, πλημμυρίζουν απόψε το δωμάτιο.
Πνίγεται μόνη, μέσα σε είκοσι τετραγωνικά.
Δεν είναι ούτε η πρώτη φορά μα ούτε κι η τελευταία, όμως απόψε δεν αντέχει.
Το τσιγάρο καίει.
Ρουφηξιά και αναστεναγμός.
Αναστενάζει τον καπνό και περιμένει.
Θα 'ρθει, λέει, χαζεύοντας τα αυτοκίνητα που περνούν.
Περνούν σαν τους ανθρώπους.
Άλλα βιαστικά, κάνουν θόρυβο, κι αφήνουν πίσω τους μόνο σκόνη.
Κι άλλα βασανιστικά αργά, ταράζουν την ηρεμία της κι έπειτα φεύγουν.
Πάντα φεύγουν.
Έβαλε κρύο, κι εκείνη είναι ντυμένη ελαφρά.
Πάντα απροετοίμαστη.
Ίσως να φταίει και η κυκλοθυμία του φθινοπώρου.
Απρόβλεπτη εποχή ... απρόβλεπτη σαν τον έρωτα.
Κι εκείνη ... πάντα απροετοίμαστη, τόσο για το φθινόπωρο, όσο και για τον έρωτα.

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Αποδεικτικά στοιχεία

















Χαμένη κάπου ανάμεσα στα ''πρόχειρα'' και τα ''δημοσιευμένα''. 
Τι σε άφησα να δεις και τι μπόρεσα να σου κρύψω; 
Ξέρεις, σκόνταψα πρόσφατα σε κάτι σελίδες που σκορπίστηκαν στο πάτωμα. 
Εγώ τις σκόρπισα, μη φανταστείς. 
Κάτι μ’ έπιασε χθες το βράδυ. 
Πόρτες και παράθυρα κλειστά, μα εγώ κρύωνα. 
Κι είναι κι αυτές οι συνηθισμένες πλέον αϋπνίες μου. 
Χαράματα που λες, κι εγώ γυρνούσα μες το σπίτι σαν ηρωίδα βγαλμένη από ταινία του Tim Burton. Άρχισα λοιπόν, να σκαλίζω ντουλάπες και συρτάρια. 
Έψαχνα ... Έψαχνα, πότε ξεκίνησαν όλα αυτά. 
Σίγουρα στην περίπτωση μας, δεν ξεκίνησαν όταν εκείνος ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο, τραγούδησε την Γκλεντόρα. Ομολογώ θα ήταν μια συμφέρουσα για μένα απάντηση, αλλά όχι. Δεν ξεκίνησαν τότε. 

Κουρέλια είμαστε, και τραγουδάμε ακόμα. 

Δεν είναι πως ξέχασα, μα, δε θυμάμαι κιόλας. 
Καμιά φορά ο χρόνος φέρεται με άσχημο τρόπο στις στιγμές μας, 
ίσως επειδή ανάλογα τους φερθήκαμε κι εμείς. 
Τις πληγώναμε με κάθε δυνατό τρόπο. 
Παλεύαμε μαζί τους. 
Τις διώχναμε βίαια μακριά μας. 
Ματώναμε. 
Μα συνεχίζαμε. 
Κι εγώ τώρα ψάχνω ένα αποδεικτικό στοιχείο ότι τις ζήσαμε, μα δεν βρίσκω τίποτα. 
Πως να αποδείξω ότι σ'αγάπησα με υποψίες στιγμών καλέ μου; 
Αφού τις ρημάξαμε και μαζί τους ρημαχτήκαμε κι εμείς. 
Σβήσε το φως, μου είπες. Είναι αργά. Αργά για οτιδήποτε.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Άτιτλο


















Επιτέλους γυρίζεις σπίτι,
κοιτάζεις το πρόσωπο σου στον καθρέφτη και αναφωνείς:
"πτώμα η κυρία".

Προσφέρεις στον εαυτό σου ένα ποτήρι κρασί,
κλείνεις παράθυρα & κουρτίνες,
χαμηλώνεις τα φώτα και δυναμώνεις την ένταση.

Η μουσική ταξιδεύει το νου σου, εκεί που το σώμα δεν μπορεί να βρίσκεται
χαμογελάς και ψιθυρίζεις:

"I don't believe
that anybody
feels the way I do
about you now"

https://www.youtube.com/watch?v=dfph4a5OluU

Τόσο απλά; Τόσο απλά.

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

19 Σεπτέμβρη 2014 - Σύνταγμα



Πείτε μου, τι κάνει λιγότερο φασίστες όλους εκείνους που χθες, έσπασαν τα κάγκελα και άρχισαν να χτυπούν τα μέλη του Δεν Ξεχνάμε, τους φίλους και την οικογένεια του Παύλου και άτομα από το κοινό, που ήρθαν εκεί για να τιμήσουν τον Παύλο και τις ιδέες που πραγματικά εξέφραζε, και όχι εκείνες που του "φορέσατε" εσείς μετά τη δολοφονία του. 

Τα μπουκαλάκια από νερό τα οποία αναφέρει κάποιος ''μάχιμος'' αρθρογράφος ότι έπεσαν στη σκηνή, ήταν γυάλινα μπουκάλια μπύρας, καρέκλες, τραπέζια και διάφορα αντικείμενα που βρίσκονταν εκεί όπως μουσικά όργανα, ηχεία και μικρόφωνα. 

Όλοι εσείς που σκορπάτε χολή και δηλητήριο τόσο καιρό, και μιλάτε μιλάτε μιλάτε, θα προτιμούσα να το κάνατε με αυτόν τον ρυθμό και αυτήν την ένταση πριν 1-2 χρόνια. Γιατί αν το κάνατε, χθες δεν θα είχαμε καμία συναυλία στο Σύνταγμα. Ο Παύλος θα ζούσε. Θα είχαμε λάιβ σε κάποιο μικρό μαγαζί με 20-30 άτομα. Και εσείς θα συνεχίζατε να αγνοείται την παρουσία του Παύλου, τα τραγούδια του και τις ιδέες του. Κάτι που βέβαια, συνεχίζετε να κάνετε ακόμη, φορώντας του ταμπέλες και παρερμηνεύοντας τα όσα έπραττε στη ζωή αλλά και εξέφραζε μέσα από τα τραγούδια του. 

Το μαχαίρι αμέσως μετά από τη δολοφονία του, από τον Ρουπακιά, πέρασε στα δικά σας χέρια. Και ένα χρόνο τώρα δεν έχετε σταματήσει να τον σκοτώνετε. Αυτό κάνατε και χθες βράδυ, στη συναυλία μνήμης για εκείνον. Του ρίξατε μια ακόμη μαχαιριά. 

Τα συνθήματα που φωνάζαμε, τα οποία σατιρίζουν κάποιοι σήμερα, για μας έχουν ΝΟΗΜΑ. Φωνάζαμε "ΠΑΥΛΟ ΨΥΧΑΡΑ, ΑΝΑΨΕ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΖΕΣΤΑΝΕ ΤΟΥΣ ΑΣΤΕΓΟΥΣ ΣΕ ΚΑΘΕ ΓΕΙΤΟΝΙΑ'', γιατί αυτό έκανε ο Παύλος ρε! Αυτό έκανε, και όσοι ξέρουν, ξέρουν! Φωνάζαμε "Ο ΠΑΥΛΟΣ ΖΕΙ, ΜΙΛΑΕΙ ΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ", γιατί αυτό έκανε ο Παύλος ρε! Αυτό κάνει ακόμη! Φωνάζαμε ''Ο ΠΑΥΛΟΣ ΖΕΙ ΞΥΠΝΗΣΤΕ ΤΟΥΣ ΝΑΖΙ'' γιατί αυτό ήθελε ο Παύλος ρε, αυτό ήθελε! Να ξυπνήσουμε ήθελε, να ελευθερώσουμε το μυαλό μας, δεν ήθελε σφαγές στους δρόμους ρε ο Παύλος!

Γιατί τόσο μίσος; Δυστυχώς το μυαλό μου ακόμη δεν μπορεί να καταλάβει το γιατί. 

Μάλλον οι ειρηνικές διαθέσεις δεν πουλάνε, μάλλον οι άνθρωποι που θέλουν να δώσουν το φως που έχουν μέσα τους στον οποιονδήποτε άνθρωπο ανεξαρτήτως διαφορετικότητας, όπως έκανε και ο ψηλός, σας ενοχλούν, μάλλον οι άνθρωποι που θέλουν να μεταλαμπαδεύσουν γνώση και να δώσουν αγάπη σας φοβίζουν. Η διαφωνία είναι δικαίωμα κάθε ανθρώπου, η βία όμως ως τρόπος έκφρασης της που θα οδηγήσει; Σε μια ακόμη δολοφονία; Σε έναν ακόμη Παύλο; Ξεχνάτε γιατί τον σκοτώσανε τον Παύλο; Και βέβαια ξεχνάτε ... Σας συμφέρει να ξεχνάτε. Κάντε ότι θέλετε, πράξτε και εκφραστείτε όπως νομίζετε. Όχι όμως στο όνομα του Παύλου. Αφήστε τον επιτέλους να αναπαυθεί και ψάξτε στο λεξικό να βρείτε την ανάλυση δίπλα από το λήμμα σεβασμός ... δίπλα από το λήμμα άνθρωπος και ανθρωπιά. Ο αντιφασισμός σας ρε "συντρόφια" βρωμάει φασισμό.

Δε θα σταθώ στο ότι κάποιοι επέλεξαν να αμαυρώσουν τη συναυλία. Θα σταθώ σε όλες τι όμορφες στιγμές που ζήσαμε και είδαμε το βράδυ της 19ης Σεπτέμβρη στο Σύνταγμα. Στις φωνές τόσων διαφορετικών ανθρώπων, που έγιναν ένα για τον Παύλο. Σε κάθε αγκαλιά που έδωσα ή πήρα, σε κάθε δάκρυ, σε κάθε χαμόγελο, σε κάθε στίχο του ψηλού που τραγουδήθηκε από χιλιάδες ανθρώπους.

Εμείς θα είμαστε εδώ και όσο είμαστε όρθιοι, θα σφυρίζουμε τον δικό του σκοπό
https://www.youtube.com/watch?v=qfycHrNaTaw





Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Θέλει, λέει, να ‘ναι ελεύθερος. Σκοτώστε τον…




"Θέλει λέει να ‘ναι ελεύθερος … Σκοτώστε τον. 

Τολμά να μη φοβάται.  

Τολμά να μπαίνει μπροστά για να προστατέψει εκείνους που αγαπά … Σκοτώστε τον."


Και η εντολή εδόθη. Και εκείνος ο άνανδρος τον σκότωσε, με δυο μαχαιριές. Ένας κρατούσε το μαχαίρι, κι όμως πάνω του βρέθηκαν χιλιάδες δακτυλικά αποτυπώματα. Κι αυτό το μαχαίρι δεν άργησε να περάσει σε άλλα χέρια. Σε κόμματα, κινήματα, παρατάξεις, φυλλάδες, κανάλια και δημοσιογραφίσκους της κακιάς ώρας. Από ‘κείνο το ξημέρωμα της 18ης Σεπτέμβρη, όλοι αυτοί σκοτώνουν τον Παύλο κάθε μέρα.


Το ‘χες πει άλλωστε ρε ψηλέ … ‘’η ελευθερία του λόγου, ακριβά κοστίζει’’. Οι δολοφόνοι σου δεν άντεχαν την επιμονή σου  να υπερασπίζεσαι την ελευθερία σου. Μα, κι οι περισσότεροι από τους ‘’απέναντι’’, ακόμη δεν αντέχουν το ότι ήσουν πραγματικά ελεύθερος. Τους ενοχλεί που δεν μπορούν να σε ‘’χρωματίσουν’’, να σε εντάξουν σε κάποιο πολιτικό χώρο, να σου ‘’κολλήσουν’’ κάποια ταμπέλα.


‘’Ελευθερώστε επιτέλους την ελευθερία’’, έγραφες ρε Παύλο, μα ακόμη φυλακισμένη την έχουμε εδώ κάτω. Τι και αν πέρασε κιόλας ένας χρόνος απ’ το φευγιό σου; Τι κι αν τα τραγούδια σου έχουν κάνει τον γύρο του κόσμου; Τι κι αν οι ιδέες σου έχουν βρει ζεστή φωλιά σε κάθε ελεύθερο μυαλό;


Το τοπίο είναι ακόμη γκρίζο … τίποτα δεν καταφέραμε να αλλάξουμε. Τα φίδια σέρνονται ακόμη ανάμεσα μας και σκορπούν δηλητήριο. Είναι γεγονός πως σ’ αυτόν τον τόπο, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις θα βρεις από κάτω και μια παραφυάδα φασισμού. Λένε πως η μάχη μαζί του είναι άνιση. Βλέπεις ο φασισμός, έχει γερά όπλα. Σπέρνει φόβο, διχόνοια, φτώχεια και εξαθλίωση, για να θερίσει οργή, θυμό και βία. Μας θέλει απαίδευτους και άσκεφτους, για να μας χειραγωγήσει.


Εν ολίγοις ο φασισμός θέλει σκοτάδι. Επιβιώνει μόνο σε σκοτεινούς καιρούς και φοβάται όποιον φέρει φως και δη όποιον θέλει να το μεταδώσει. Γι’ αυτό σε φοβήθηκαν κι εσένα. Και σε φοβούνται ακόμη. Και το φως που μας μετέδωσες είναι το όπλο μας … Με φως, παιδεία, γνώση και συνείδηση. Με αυτά θα τους νικήσουμε.


Λένε πως σε σκοτώσανε ρε Παύλο. Μα εμένα κάποιοι  που τους λένε τρελούς και ονειροπόλους, μου έδειξαν ότι είσαι εδώ, μαζί μας. Και θα είσαι εδώ, όσο η ανάμνηση σου ζεσταίνει τις ψυχές μας. Όσο υπάρχουν άνθρωποι, που κρατάνε τα λόγια σου και τις ιδέες σου φυλαχτό, και τους δίνουν ζωή. Όσο κάποιοι συνεχίζουν να ονειρεύονται και να παλεύουν για να χρωματίσουν αυτόν τον κόσμο.


Ρίξε καμιά ματιά κι εδώ κάτω. Τραγούδα μας τις ρίμες σου. Κι εμείς θα τραγουδάμε μαζί σου, πιασμένοι από το χέρι. Και δεν θα μένουμε στο τι μας χωρίζει, παρά μόνο στο τι μας ενώνει.

 Για σένα. Για μια ιδέα. Για την ελευθερία. Για κάθε αδέσμευτη ψυχή σε αυτόν τον κόσμο.

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Η υπόθεση σηκώνει τσιγάρο σε ασημένια ταμπακιέρα...


Απόψε προσπαθεί επί ματαίω να ερωτευτεί ξανά. Το καημένο το κορίτσι ... Κανείς δεν της έμαθε πως ο έρωτας έρχεται και φεύγει όποτε θέλει αυτός; 

Σπάει πόρτες, παράθυρα, γκρεμίζει τοίχους και ταβάνια. Μπαίνει στις ζωές μας γρήγορα και βίαια. Κι έτσι βίαια φεύγει. Και μας αφήνει πίσω του να μετράμε χαλάσματα. 

Κι ενώ εκείνη καλά καλά δεν έχει τελειώσει με το προηγούμενο μέτρημα γυρεύει κι άλλο γκρέμισμα. 


‘’Φαίνεσαι κοπέλα που της αρέσουν τα δύσκολα’’, της είπε και την αιφνιδίασε. Δεν ήταν παρά ένας άγνωστος σε ένα μπαρ. Κι όμως η κουβέντα του κόντεψε να τη ρίξει απ’ το σκαμπό. Εκείνη χαμογέλασε και συνέχισε να πίνει τη μπύρα της. Απέφυγε και να τον κοιτάξει. Σα να θελε να του κρυφτεί. Όπως κρύβεται απ’ όλες τις αλήθειες της. 

Προτιμά να τις αραδιάζει σε χαρτιά και να τις στοιβάζει στα συρτάρια της παρά να τις αντιμετωπίσει. Και τώρα δεν θα ερχόταν ένας άγνωστος σε ένα μπαρ να της το αλλάξει αυτό. Τι τον ενοχλούσε δηλαδή; Εκείνη έπινε τη μπύρα της παρέα με τις ψευδαισθήσεις της, και φαινόταν να το ευχαριστιέται αυτό. Με έναν ακραία μαζοχιστικό τρόπο, αλλά φαινόταν να το ευχαριστιέται. 

Πόσες ψευδαισθήσεις όμως να πιεις και πόσες αλήθειες να κρύψεις; Όσο αφορά τις πρώτες μαθαίνεις σιγά σιγά να ζεις μαζί τους, σε βοηθούν άλλωστε κάποια βράδια, χαρίζοντας σου έναν γλυκό ύπνο κι ίσως κάποιο καλό όνειρο. Ενώ όσο αφορά τις δεύτερες, έχουν τον τρόπο να εμφανίζονται συνεχώς μπροστά σου. Φυτρώνουν παντού σαν αγριόχορτα. Και τα χέρια σου κάποια στιγμή ματώνουν προσπαθώντας να τις ξεριζώσεις. 

"Η υπόθεση σηκώνει τσιγάρο σε ασημένια ταμπακιέρα..." 

•

Και εν κατακλείδι τίποτα δεν πήγε σωστά ... το ξημέρωμα πλησιάζει, η ταμπακιέρα αδειάζει και ο έρωτας δεν ήρθε ούτε απόψε. Σαν εκείνη τη Βέρα, στα "Κουρέλια" ... σαν εκείνη τη Βέρα που δεν ήρθε ποτέ.