Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

(Σαν) ταινία



Καμιά φορά, ονειροβατώ και φαντάζομαι, πόσο όμορφες θα έδειχναν οι ιστορίες μας αν τις βλέπαμε σαν μια ταινία. Αρχικά το κουβάρι της ιστορίας, θα ήταν στα χέρια σου, θα το έμπλεκες και θα το ξεδιάλυνες εσύ. Τα πλάνα, προσεκτικά επιλεγμένα. Μια όμορφη μουσική στο backround. Θα έκανες φλου ότι σε ενοχλούσε και δεν θα 'θελες να φαίνεται. Κοντινό σε οτιδήποτε εσύ βρίσκεις ουσία. Slow motion στις στιγμές που θα πέθαινες να διαρκούσαν περισσότερο και fast forward σε ότι ασήμαντο μπλέχτηκε στη ροή της ιστορίας σου.Και βέβαια θα επέλεγες εσύ το που θα καταλήξει αυτή η ταινία. Θα όριζες το τέλος και μαντεύω ότι θα έριχνες τους τίτλους με τη φράση "Και έζησαν αυτοί καλά..."

Παραμύθι θα μου πεις ... Σκέφτηκες όμως ποτέ πως θα ήταν η ζωή σου, αν αποφάσιζες να φέρεις αυτό το παραμύθι στα μέτρα σου; Να, θα κάνω εγώ την αρχή, προτείνοντας το soundtrack:

Θα μπορούσε λοιπόν, να ξεκινάει κάπως έτσι ... 



Ή θα μπορούσα απλά να σταματήσω να ονειροβατώ.
(Θα ήταν κι αυτή μια κάποια λύση) !

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

Απόκοσμος


κάνε το σώμα μου φωλιά
για κάθε σου μεράκι
για να κουρνιάζουν μέσα μου
τα όνειρά σου

υπάρχει τόση αφθονία λουλουδιών
γιατί λοιπόν παραπονιούνται οι μέλισσες;

είσαι υπόκοσμος
είμαι απόκοσμος

καινούριο χιόνι πέφτει
επάνω στο παλιό

κι άλλες νιφάδες βιάζονται
να γίνουν λάσπη

όσο σε λατρεύω
τόσο διαφθείρεσαι

κάτι ξέραν οι αρχαίοι
που λάτρευαν αγάλματα

είσαι υπόκοσμος
είμαι απόκοσμος

απόψε η νύχτα στόλισε το πάρκο
με τα πιο διαλεχτά καθάρματά της

Θανάση, γιατί έκοψες το άλφα από μπροστά;
για ένα γράμμα χάνεις την αθανασία

Ντίνος Χριστιανόπουλος - Απόκοσμος

Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Για σένα ...












Για σένα που μου έμαθες να στέκομαι στα πόδια μου και να προχωράω μπροστά.
Για σένα που μου έμαθες τι θα πει ανθρωπιά, τι θα πει αξιοπρέπεια, τι θα πει μπέσα κ φιλότιμο.
Για σένα που μου έμαθες το ροκ και το ρεμπέτικο.
Για σένα που μου έμαθες να βλέπω με την καρδιά και όχι με τα μάτια.
Για σένα που μου έμαθες τον Λουντέμη και τον Μίσσιο, τον Ρίτσο και τον Λειβαδίτη.
Για σένα που μου έμαθες στα δύσκολα πως να παραμένω άνθρωπος.
Για σένα που μου έμαθες να αγαπάω και να μη το φοβάμαι.
Για σένα που μου έμαθες να ακολουθώ τα όνειρα μου, όσο τρελά και να 'ναι.
Για σένα που μου έμαθες να αγωνίζομαι και να παλεύω.
Για σένα που ήσουν πάντα στο πλάι μου να με στηρίξεις και πάντα εκεί να με σηκώσεις όταν έπεφτα.
Για σένα που μου έψηνες καφέ στις 8 το πρωί όταν γύριζα μεθυσμένη σπίτι.
Για σένα που γουστάρεις να πηγαίνεις μαζί μου σε συναυλίες και σε γήπεδα.
Για σένα που με πήγες στην πρώτη μου πορεία.
Για σένα που ξαγρυπνάς στο πλάι μου στα δύσκολα.
Για σένα που στέκεσαι πάντα ασπίδα μπροστά μου.
Για σένα που με έσπρωξες να ανοίξω τα φτερά μου.
Για σένα που το γέλιο μου είναι ζωή.
Για σένα που μεγάλωσες μαζί μου και όμως παρέμεινες παιδί.
Για σένα που δεν κοιμάσαι αν δεν σου πω καληνύχτα.
Για σένα που όσο μεγαλώνω λεν σου μοιάζω, μα το μεγαλείο της ψυχής σου ούτε καν το αγγίζω.
Για σένα που όσα κείμενα κι αν γράψω, σε κανένα δεν μπορώ να χωρέσω αυτά που θέλω να σου πω.

Και ξέρεις κάθε φορά που γράφω για σένα, πονάω, και σίγουρα κάποιο δάκρυ θα ξεφύγει απ' τα μάτια μου. Και τόσα χρόνια δεν καταλάβαινα γιατί. Μα τώρα, ξέρω, πως πονάω γιατί φοβάμαι. Γιατί φοβάμαι και να σκεφτώ πως θα ήταν μια ζωή χωρίς εσένα.

Ποιος θα με αγαπούσε σαν κι εσένα, ποιος θα με αγκάλιαζε όπως εσύ;
Σίγουρα κανείς. Κανένας δεν ξέρει να αγαπάει και να αγκαλιάζει όσο αληθινά και ζεστά ξέρεις εσύ.

Για σένα μαμά ...
Χρόνια σου πολλά ...
Να μ'αγαπάς και να μ'αντέχεις για πολλά χρόνια ακόμη.

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

λίγα λόγια [2]

"Τη μοναξιά, σου τη θυμίζουν οι πολλοί, και ότι είσαι μικρός, εκείνοι που δεν ξέρεις ..."

Δυνατός στίχος, αγαπημένο τραγούδι. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω αυτή τη τόση δα φράση και δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι πόσες αλήθειες κρύβει μέσα της.

Παλιά ... παλιά όμως, πριν αρχίσουν τα ''χαστούκια'' να πέφτουν απανωτά, αναρωτιόμουν γιατί εμείς οι άνθρωποι ζούμε αποξενωμένοι, γιατί στην εποχή μας επικρατεί το εφήμερο και οι πλαστικές ανθρώπινες σχέσεις. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε γίνει πιο εγωιστές από ποτέ, δεν είναι ότι όλοι κοιτάμε την πάρτη μας και μόνο (εις βάρος των άλλων), είναι που όλοι κάποτε πληγωθήκαμε και βγάζουμε άχτι και απωθημένα σε όποιον ατύχησε και βρέθηκε στο διάβα μας. Φαύλος κύκλος ... ή όχι, βλακώδης κύκλος.

Δημιουργούμε σχέσεις μόνο και μόνο για να θρέψουμε τη μοναξιά μας, για την επιβεβαίωση, για το συμφέρον μας, για χίλιους δύο λόγους εκτός από τον μοναδικό που έχει ουσία. Από αγάπη. Ποια αγάπη ρε; Υπάρχει κάπου; Μάλλον ξέρει και κρύβεται καλά. Ακόμη και σαν έννοια, μου είναι πλέον άγνωστη. Μαζί και η εμπιστοσύνη, η ανθρωπιά, το φιλότιμο. Κι αυτές έννοιες ξεχασμένες, αξίες περασμένες.

Εντάξει ξέρω, οι πιο πολλοί (αν όχι όλοι), θέλουμε να δώσουμε, να νιώσουμε, να αφεθούμε, να αφοσιωθούμε. Το θέλω όμως, από το πράττω, απέχει πολύ. Κι έτσι μένουμε άπραγοι. Υπάρχει δικαιολογία θα μου πεις. Σωστά, υπάρχει, κι όχι μια, πολλές. Ξεκινώντας, από το ''αρκετά δεν κλάψαμε;'' και καταλήγοντας στο ''αρκετά δεν προδωθήκαμε;".


Κάπου εδώ παίρνουμε την απόφαση και λέμε: "Θα γίνω σκυλί, ότι μου έκαναν θα τους το κάνω, και αν όχι σ' αυτούς - στους επόμενους που ίσως(!) με απογοητεύσουν". Και να τος και ο κύκλος που λέγαμε. Και να σου και η μοναξιά που γίνετε η καλύτερη παρέα. Κι αν τα 'χεις βρει με τον εαυτό σου, όλα καλά ... την απολαμβάνεις κιόλας. Αν όχι ... υπάρχει πρόβλημα.

Θέλει θάρρος να τα βρεις με το μέσα σου, και σίγουρα θέλει μεγαλύτερο θάρρος για να αγαπήσεις τη μοναξιά σου. Αν όμως εσύ έχεις το μυαλό σου καθαρό, και την ψυχή σου ατόφια, τίποτα δεν σ' αγγίζει, κανείς δε μπορεί να σε ρίξει. Κανείς και τίποτα.

Άλλωστε, αν με ρωτάς, τη μεγαλύτερη μοναξιά την έχω νιώσει ανάμεσα στους ανθρώπους. Στους ανθρώπους που με υποτίμησαν, στους ανθρώπους που έπαιξαν τα παιχνίδια τους, στους ανθρώπους που εγώ έβλεπα σαν λουλούδια, κι όμως τελικά ήταν αγκάθια.

*αφιερωμένο σε φίλους-ες φίδια, σε αγάπες εφήμερες, σε ανθρώπους Λίγους ... στα ψέματα που πιστέψαμε, στις κουβέντες που "αφήσαμε", στην εξήγηση που περιμέναμε και δεν ήρθε ποτέ.

See you soon ... 

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Σκέψεις απ' το σεντούκι (Μέρος 3ο)

*δεν το σκέφτηκα

Παράξενη νύχτα. Όλα στο μπαρ με έκαναν να νιώθω αυτό που λέμε ... "ξένο σώμα". Τριγύρω κόσμος χόρευε, έπινε, διασκέδαζε και εγώ τους κοίταζα σαν να μου στερούν τον αέρα μου. Κι ίσως και να μου τον στερούσαν. Έβγαινα έξω στο κρύο, έπαιρνα βαθιές ανάσες και επέστρεφα. Πολλές μπύρες, πολλά τσιγάρα. Η ώρα ήταν περασμένη. Κάποιος μου μιλούσε .. .δεν θυμάμαι καν τι έλεγε. Ένιωσα ένα κρύο αεράκι να μου χτυπά την πλάτη, γύρισα και σε είδα να κάθεσαι στη γωνία της μπάρας. Φύσηξες λίγο καπνό, σήκωσες ψηλά το ποτήρι σου και χαμογέλασες.

Δεν μίλησα, δεν σκέφτηκα τίποτα. Απλά σε πλησίασα ...


Σκέψεις απ' το σεντούκι (Μέρος 2ο)



*σε είδα ...

Εκείνο το μεσημέρι ήμουν πολύ νευρική. Ξέρεις αυτό που σε εκνευρίζει η βρύση που στάζει εκατό μέτρα μακριά σου ... ναι αυτό. Είχα την αίσθηση ότι όλα γύρω μου κινούνταν πολύ γρήγορα, ένιωθα μια αλλόκοτη ένταση στην ατμόσφαιρα και όλοι οι ήχοι έφταναν στα αυτιά μου σε πολύ δυνατά ντεσιμπέλ. Όλη αυτή η ένταση δεν διήρκησε πολύ. Ξάφνου κ λίγο πριν σε δω να πλησιάζεις επικράτησε μια παράξενη ησυχία. Έκαιγε κι αυτός ο ήλιος ... έκαιγε πολύ. Και όλα ήταν ενοχλητικά ήσυχα, μέχρι το πρώτο μπαμ. Ήταν φανερό εξ αρχής ότι σου άρεσε να ταράζεις την ησυχία. Σαν ένα μικρό παιδί που κάνει μια αταξία κι ύστερα τρέχει πιο πέρα, κοιτάει τη ζημιά που έκανε και γελάει ικανοποιημένο, με εκείνο το γέλιο το αθώο και το παμπόνηρο συνάμα. Δεν ήσουν όμως ένα συνηθισμένο παιδί ... Τα μάτια σου, είχαν αυτή την όψη ... Σαν, να φύλαγες πολλά δάκρυα εκεί μέσα.

Και ίσως αυτό να ήταν το γέλιο σου ... μια ασπίδα προστασίας. 


Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Θα σου πω μια ιστορία

Έρχομαι για να σου πω μια ιστορία. Μια ιστορία που την έριξα στη φωτιά απ' το ξεκίνημα της. Και αυτό που βλέπω είναι πως καίει ακόμη.

Ίσως μέσα απ' τα μάτια μου όλα αυτά να φαντάζουν λίγο διαφορετικά, μα έχουν αλήθεια, στο βεβαιώνω, έχουν και γέλιο, έχουν και δάκρυ, έχουν φως και σκοτάδι. Έχουν χρώματα. Έχουν εμένα και εσένα και κλωστές μπερδεμένες.

Μέσα απ' τα μάτια μου λοιπόν θα σου διηγηθώ αυτά που έζησα κι εκείνα που ονειρεύτηκα.

Θα σου πω για ένα κορίτσι που σου 'κανε σινιάλα στο σκοτάδι, μα 'δε το βλεπες. Θα σου πω για ένα κορίτσι που έψαξε καιρό πολύ για να σε βρει. Και σε βρήκε, πίσω από κάτι χαλάσματα. Και ίσως σε φόβισε το έντονο φως που έριχνε στα μάτια σου. Μα ήθελε να τα δει να φωτίζουν, όπως τα 'χε δει κάποτε, να λάμπουν από φως και από χαρά μες το σκοτάδι, σε κάποιο μπαρ κάπου στην Κάνιγγος. Και ίσως σε μπέρδεψαν τα λόγια που αράδιαζε σε κάτι τσαλακωμένα χαρτιά, που αντί να σου μιλάει σε ζωγράφιζε μέσα από λέξεις και προσπαθούσε να διαβάσει κάθε σου κίνηση. Και ίσως αυτό το κορίτσι να μη διάβασε καλά. Ίσως να ερμήνευσε λάθος και τότε έβαλε μια τρικλοποδιά στον εαυτό της και έπεσε. Έπεσε σε ένα κακό όνειρο και έβαλε τιμωρία την καρδιά της. Είπε πως έριξε λάθος ζαριά και χάθηκε σε μια κακοστημένη παρτίδα τάβλι. Και κάπου της πήραν όλα της τα πούλια, μα εκεί κατάλαβε ότι το όνειρο στο οποίο είχε τζογάρει δε θα το ΄χανε έτσι αμαχητί. Άφησε όμως τα πούλια και τα ζάρια στην άκρη, την κούρασαν τα στημένα παιχνίδια. Το πήρε πάνω της. Κι έτσι λοιπόν, ένα πρωί ανέβηκε στο πρώτο τρένο και ξεκίνησε το ταξίδι της ... σιγοτραγουδώντας ''εγώ τζογάρω στο όνειρο κι είμαι έτοιμη για όλα''. Και αν θυμάσαι πως συνεχίζει αυτό το τραγούδι, ίσως μπερδευτείς. Γιατί εκείνη χαμένη δε βγήκε. Το όνειρο την αγκάλιασε, και τα χέρια του έγιναν φτερά που τη σκέπασαν και ζέσταναν την καρδιά της. Γέμισε η ψυχή της από χρώματα και από γνώριμες κι αγαπημένες μουσικές. Της ζωγράφισε στα χείλη και πάλι ένα χαμόγελο. Και μετά της είπε κι εκείνος μια ιστορία. Ίσως να μην της είπε αυτά, που περίμενε να ακούσει. Ή πιο σωστά, ίσως να μην της είπε αυτά που θα 'θελε να ακούσει. Μα ήταν μια κάποια λύτρωση. 

Αυτό το κορίτσι λοιπόν, έκανε αρκετά χιλιόμετρα, για να βρει μια κάποια λύτρωση. Και 'θα κανε άλλα τόσα αν χρειαζόταν. Είδε σε αυτό το ταξίδι πολλά και ένιωσε άλλα τόσα. Είδε πως το φως αγκαλιάζει το σκοτάδι κι ύστερα μένει μόνο το φως, είδε ένα ζευγάρι μάτια βουρκωμένα που όμως της χαμογέλασαν. Είδε ότι η φωνή καμιά φορά βγαίνει κατευθείαν απ την καρδιά και ντύνει τα πιο όμορφα τραγούδια. Είδε ανθρώπους σχεδόν άγνωστους μεταξύ τους να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους στην υγειά της ελευθερίας, στην υγειά της αγάπης, στην υγειά κάθε αδέσμευτου μυαλού. Είδε την ομορφιά της ψυχής ζωγραφισμένη σε ένα πρόσωπο. Κι είδε αυτό το πρόσωπο να γαληνεύει, δίπλα απ' το μαξιλάρι της. Κι είπε, ναι, να δεις ...που αυτό πρέπει να είναι ευτυχία. Γι' αυτό πρέπει να γράφουν στα βιβλία. Και σκέφτηκε πως για την ομορφιά και τη γαλήνη που είδε ζωγραφισμένη σε αυτό το πρόσωπο, πρέπει να γεμίσει πολλές σελίδες με μελάνι.

Και αφού λοιπόν, αυτό το κείμενο εδώ κάπου τελειώνει, και αφού το κορίτσι αυτό είμαι εγώ, κάνω αυτό το οποίο σκεφτόμουν αποχαιρετώντας σε, γεμίζω τις σελίδες με μελάνι. Καθαρογράφω τις σκόρπιες λέξεις που αράδιαζα στα τσαλακωμένα μου χαρτιά.


Και τώρα που τα ανέφερα αυτά τα τσαλακωμένα χαρτιά ... ξέρεις, ήθελα να σε ρωτήσω ...

Πόσα τσαλακωμένα χαρτιά χωράνε σε μια τσέπη;