Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Οι σιωπές μας

Κάποια βράδια οι σιωπές μας ηχούν στ’ αυτιά μου σαν γρατσουνιές πάνω σε τοίχο έρημου σπιτιού ή σαν ξαφνική καταιγίδα μες το κατακαλόκαιρο. 

Είναι αυτές οι σιωπές που δεν σ’ αφήνουν να κοιμηθείς. Πνιγηρές σιωπές που κάνουν κάθε ειπωμένη λέξη ή κουβέντα να φαντάζει ασήμαντη. Κάπου διάβασα πως αυτοί που λένε ότι οι λέξεις πονάνε μάλλον δεν έχουν ακούσει σιωπέςΠονάνε, ναι … σαν να πλέκουν μια θηλιά στο λαιμό μας. Στήνουν παγίδες κι εμείς άγαρμπα πιανόμαστε σ’ αυτές. 

Πόσα πράγματα θα ήξερες για μένα αν δεν στα εξομολογούμουν και εγώ πόσες σκέψεις σου θα καταλάβαινα αν δεν μου τις ανέλυες; 

Δεν συνηθίζονται εύκολα οι σιωπές … θέλει εκπαίδευση. Είναι σαν να προσπαθείς να δεις μες το σκοτάδι. Στην αρχή πάντα είναι δύσκολο. Σιγά σιγά όμως, συνηθίζεις … μαθαίνεις. Έτσι και με τις σιωπές. Στην αρχή θα φοβηθείς, θα αμφιβάλλεις. Με τον καιρό όμως θα δεις, θα τις αγαπήσεις. Δεν θα σε μπερδεύουν. Με ένα βλέμμα θα καταλαβαίνεις, με ένα άγγιγμα θα ηρεμείς. Δεν θα σε ξαγρυπνούν, δεν θα νιώθεις παραπλανημένος. Ούτως ή άλλως η πλάνη είναι στα λόγια . Στις μεγάλες κουβέντες που ξεστομίζουμε διαρκώς. Στις υποσχέσεις. Στο ποτέ και στο πάντα. Αυτές τις υπερβολές να φοβάσαι. Ούτε να τις λες, μα ούτε και να τις πιστεύεις. Θα ‘ρθει μια μέρα που θα τις σκέφτεσαι, και είτε θα γελάς, είτε θα βασανίζεσαι. Γι’ αυτό σου λέω μην ξεγελιέσαι. Η αλήθεια χαρακτηρίζεται από την απλότητα και αναζητά τη σιγή. 

Άλλωστε να σου θυμίσω πως εμείς οι δύο ποτέ δεν λέγαμε πάρα πολλά. Υπήρχαν μέρες που ανταλλάσσαμε μόνο δυο-τρεις κουβέντες. Σου έλεγα ότι έρχεται βροχή και μου έλεγες ναι έρχεται, κι ύστερα θα μέναμε πάλι αμίλητοι για ώρα. Και έλεγα πως για μας ίσως αυτό να είναι αγάπη, να καθόμαστε πλάι πλάι και να λέμε ότι έρχεται βροχή, και οι φωνές μας να είναι μία. 

Σκέψου κι αυτό που είχε πει ο Σπινόζα: ‘’Οι υποθέσεις των ανθρώπων θα ήσαν πιο ευτυχισμένες, αν η δύναμη τους να σιωπούν ήταν ίση με την δύναμη τους να μιλούν. Η πείρα, όμως, περισσότερο από αρκετά μας διδάσκει ότι οι άνθρωποι δεν ελέγχουν τίποτε με τόση δυσκολία όσο τη γλώσσα τους’’.

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Τσαλακωμένα Χαρτιά



"Δεν σ' εμπιστεύομαι ... Όχι, μη μου θυμώσεις ... κανέναν δεν εμπιστεύομαι πια ... Άλλωστε γιατί να μου θυμώσεις; Και εσύ με αυτόν τον τρόπο, επιλέγεις να προστατεύεις τον εαυτό σου". 

Όλος της ο θυμός, αραδιασμένος σε ένα χαρτάκι τσαλακωμένο. Πόσο καιρό να ήταν άραγε στην τσέπη της; Ίσως να μην μπορούσε να μιλήσει με σιγουριά για το πότε γράφτηκε, όμως δεν είχε καμία αμφιβολία σε ποιον απευθυνόταν αυτό το χαζό ξέσπασμα. Ναι, σε εκείνον δεν θα ξέσπαγε τα νεύρα της ποτέ, ούτε βέβαια κάποιο άλλο συναίσθημα. 

Για όλα ευθύνεται αυτό το μεγάλο Φ. Ένας απροσδιόριστος Φόβος μου τρύπωνε μέσα της. Ένα μουρμουρητό στο κεφάλι της που σχεδόν την απειλούσε να ''κρυφτεί''. Να κρυφτεί απ' όσα νιώθει κι απ' όσα σκέφτεται. Κι έτσι η δεσποινίς έμενε ένας ανέκφραστος παρατηρητής. Σαν εκείνο το τρένο, που έλεγε ο Αγγελάκας, πως έβλεπε τα άλλα τρένα να περνούν. 

Τα ξεσπάσματα της, λοιπόν, έγιναν γραμμές και μουτζούρες σε ταλαιπωρημένα τετράδια. Ταλαιπωρημένα τετράδια, ναι. Ήταν πάντα τσαλακωμένα και στις σελίδες τους θα έβρισκες διάφορους λεκέδες από μπύρα, κρασί, στάχτες και καψίματα. Ήταν όμως και πολυταξιδεμένα. Πλατείες, πάρκα, μπαρ, λαιβάδικα, παραλίες, βουνά. Όπου και να γύρναγε, θα 'χε πάντα στοιβαγμένο στη τσάντα ένα απ' αυτά τα τετράδια. Κι αν καμιά φορά το ξεχνούσε, όλο και κάποια πατέντα θα έβρισκε για να ''καλυφτεί''. 

Κι όταν θύμωνε ή στενοχωριόταν έσκιζε τις σελίδες, τις έκανε ένα κουβάρι και τις φύλαγε στις τσέπες της. Να, κάπως έτσι θα βρέθηκε κι αυτό το χαρτάκι στο παντελόνι της. Δε το πέταξε. Το ξανάβαλε στη τσέπη που το βρήκε.  



Ποιος ξέρει, ίσως μια μέρα, να φοράει αυτό το ίδιο παντελόνι, και χωρίς να το σκεφτεί πολύ, να του δώσει το χαρτάκι. Κι ίσως ακόμη να βρει όλα αυτά τα τσαλακωμένα χαρτιά και να του τα δώσει κι αυτά. Κι ίσως και να παρακούσει αυτό το μουρμουρητό που της λέει διαρκώς να κρυφτεί, και να μείνει εκεί, με εκείνον και τις σκέψεις της. 

Ίσως αυτή τη φορά, να μην το βάλει στα πόδια. 

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Ιστορίες που ίσως έχουν συμβεί [Μέρος Πρώτο]

Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να μάθει να πατά σταθερά, να υπολογίζει κάθε βήμα της, να ξέρει προς τα που πορεύεται και γιατί. Κι όμως εκείνο το βράδυ συνειδητοποίησε πως ακόμη μπουσουλάει. 

Τα πόδια της βούλιαζαν στην άμμο. Δεν μπορούσε να υπολογίσει τα βήματα της. Το βάδισμα της μπερδευόταν με το δικό του. Και μπορεί να το αρνιόταν πεισματικά, αλλά της άρεσε αυτό. Της άρεσε που ήταν μαζί του. Απολάμβανε την παρουσία του. Τον κοιτούσε διστακτικά, όπως θα κρυφοκοίταζε το παρελθόν της. Σημάδευε τα λόγια του, τα οποία σα να έκοβαν το χρόνο, πέρα απ’ τη μιλιά της. 

Προτού τον συναντήσει, τον είχε ήδη δικάσει και καταδικάσει αμέτρητες φορές στη φαντασία της. Είχε στοιβαγμένες στο μυαλό της όλες τις ερωτήσεις που θα ήθελε να του κάνει, κι είχε σκεφτεί ακόμη και τις πιθανές απαντήσεις. Στράφι πήγε η τόση ανάλυση. Ούτε μια φράση δεν μπορούσε να ολοκληρώσει. Ναι, μια ματιά και ένα χαμόγελο ήταν αρκετά για να σκορπίσουν το θυμό της, και τη δήθεν καχύποπτη και ψυχρή διάθεση της στον αέρα. Συνειδητοποίησε ξαφνικά την ομορφιά τριγύρω της, ενώ τα κύματα συνέθεταν τις δικές τους μελωδίες. 

Αθώος ήταν η ετυμηγορία. Και πως αλλιώς; Αφού τα χέρια θυμούνται, και τα δάχτυλα μπλέκονται μεταξύ τους … Και να που όλα δένουν, σα να μη χωρίστηκαν ποτέ.

Κι ύστερα ήρθε το ξημέρωμα κι εκείνη ακόμα μπουσουλούσε. Σκόνταψε πάνω στον Αύγουστο … ή πάνω στον έρωτα, δεν ξέρω. Ούτε τι να της έφταιξε γνωρίζω. Ίσως η τόσο διαφορετική αντίληψη που είχε γι’ αυτόν ή ίσως να της έφταιξε ο ίδιος και η πολυπλοκότητά του, ή μάλλον … η υπερβολική απλότητά του, στο πολύπλοκο μυαλό της.