Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Σου γράφω πάλι














Αρκούσε ο ερχομός του. Ένα κρυφό χαμόγελο. Ένα κοίταγμα στα κλεφτά.

Ήταν ένα βροχερό, ανιαρό θα 'λεγες, βράδυ φθινοπώρου.
Μέσα στο μπαράκι, λίγες σκόρπιες παρέες.
Το αλκοόλ και η μουσική, ζέσταιναν την ατμόσφαιρα.

Εκείνη ακουμπισμένη στο πιάνο, έπαιζε με τα μαλλιά της και 
παρατηρούσε τους ανθρώπους τριγύρω της.
Ένα ζευγάρι στο διπλανό τραπέζι, είχε απλώσει μύρια συναισθήματα, 
και τα έκοβε με το μαχαίρι.
Αχ, και να μπορούσε να τα μαζέψει, και να τους τα τρίψει στη μούρη.

Περίεργες εποχές, σκέφτεται. 
Σκοτώνουμε τις στιγμές μας με τόση ευκολία. Τις ρημάζουμε.
Κι έπειτα έτσι ρημαγμένοι λέμε πως συνεχίζουμε. 


Φωτιές που της άναψε τούτο το ζευγάρι απόψε.
Σα να τις έριχνε αλάτι στις πληγές της.

Εδώ που τα λέμε, δεν είναι κι εύκολο να βλέπεις το ίδιο έγκλημα να αναπαριστάται μπρος τα μάτια σου. Και ειδικά όταν δεν έχεις εκτίσει ακόμη την ποινή σου, έχεις φορτίο τις τύψεις να σου τριβολίζουν το μυαλό. 

Ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα θα ρωτήσεις ...
Το δικαστήριο δεν απεφάνθη ακόμη.


Η ώρα περνούσε κι εκείνη είχε μετρήσει κάθε γωνιά του μαγαζιού με τα βήματα της.
Ώσπου ξάφνου, φάνηκε εκείνος ο γνωστός της - άγνωστος.
Και πια δεν είχε τίποτ' άλλο σημασία.

Το ανιαρό βράδυ μετετράπη σε γιορτή.
Οι σκόρπιες παρέες σα να ενώθηκαν.
Αυτό το ζευγάρι που τόσο την εξόργισε σα να αγαπήθηκε απ' την αρχή.


Το αλκοόλ έγινε ξανά μελάνι.
Όλες οι μελωδίες την αγκάλιασαν και πάλι.

Η ψυχή της γέμισε χρώματα.
Εκείνα τα χρώματα.

Κι όσο για τον γνωστό της - άγνωστο ...
έστεκε απέναντι της, 
σαν το μόνο όρθιο πράγμα σε αυτόν τον κόσμο.

Κουβέντα δεν του είπε για όλα εκείνα που την καίνε ακόμη.
Για καλό της, όμως, κάποια τραγούδια, έχουν τον τρόπο
να λένε πιο πολλά κι απ' όσα θα "έπρεπε".


Γλίστρησε σε μια του ματιά και χώθηκε στην αγκαλιά του, σα μικρό παιδί.
Θύτης και θύμα, ένα κουβάρι.
Σου είπα, μη με ρωτάς ποιος είναι τι.
Το δικαστήριο δεν απεφάνθη ακόμη.



Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Δεν ήταν κι η μάρκα μου «μωρέ»
















Ήρθες εδώ και κάπνιζες
κοιτώντας τα σανίδια.

Ήσουν αόριστος και μακρινός
κοκκίνιζες σαν τα κορίτσια
ούτε κουβέντα για όλα αυτά
ούτε και 'γώ σου μίλησα
σου πα μονάχα «μη χάνεσαι»
και σύ μου είπες «ναι μωρέ.»
κι έφυγες ξεχνώντας τα τσιγάρα σου.

Έδωσα μία και 'γώ
έτσι όπως έχω δει
νά κάνετε εσείς οι άντρες
και τρύπησα με το δάχτυλο πέρα
για πέρα τό πακέτο.

Δεν ήτανε κι η μάρκα μου «μωρέ».

Κατερίνα Γώγου

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Παγίδα


Κι αγάπησε ο,τι σ' αγαπά καλύτερα.
 

Όχι ο,τι θέλεις.
 

Γιατί το μυαλό σου είναι παγίδα,
(να το θυμάσαι).

















Things gonna change I heard ...


















Περασμένη η ώρα.
Η νύχτα έπεσε πάνω μας βαριά.
Συνηθίσαμε [;].
Το στριφτό στο τασάκι, και το κρασί αδειάζει απ' το μπουκάλι.
Τα μαλλιά της ριγμένα στο πλάι.
Το βλέμμα στο γνωστό του χάσιμο.
Παίζει με εκείνο το μενταγιόν και περιμένει.
Τι περιμένει; Θα ρωτήσεις.
Ίσως αυτό που κάποιος της έλεγε ότι η ζωή της χρωστάει.
Κι εκείνη νευρίαζε.
Η ζωή δε μου χρωστάει τίποτα, φώναζε.
Πείσμωνε για να αποδείξει σε όλους ότι νιώθει καλά, κι ας μην ένιωθε.
Κι όλοι την πίστευαν.
Χαμογελά, τραγουδά, χορεύει, αυτό που φαίνεται, αυτό και θα 'ναι.
Κι έτσι κανείς δεν κοίταζε στο μετακείμενο.
"Things gonna change I heard", ψιθυρίζει, αλλά δεν δέχεται να βουρκώσει.
Πάει καιρός που ορκίστηκε πως δεν θα ξανακλάψει.
Και το τήρησε.
Κι όλα τα δάκρυα που δεν έτρεξαν απ' τα μάτια της, πλημμυρίζουν απόψε το δωμάτιο.
Πνίγεται μόνη, μέσα σε είκοσι τετραγωνικά.
Δεν είναι ούτε η πρώτη φορά μα ούτε κι η τελευταία, όμως απόψε δεν αντέχει.
Το τσιγάρο καίει.
Ρουφηξιά και αναστεναγμός.
Αναστενάζει τον καπνό και περιμένει.
Θα 'ρθει, λέει, χαζεύοντας τα αυτοκίνητα που περνούν.
Περνούν σαν τους ανθρώπους.
Άλλα βιαστικά, κάνουν θόρυβο, κι αφήνουν πίσω τους μόνο σκόνη.
Κι άλλα βασανιστικά αργά, ταράζουν την ηρεμία της κι έπειτα φεύγουν.
Πάντα φεύγουν.
Έβαλε κρύο, κι εκείνη είναι ντυμένη ελαφρά.
Πάντα απροετοίμαστη.
Ίσως να φταίει και η κυκλοθυμία του φθινοπώρου.
Απρόβλεπτη εποχή ... απρόβλεπτη σαν τον έρωτα.
Κι εκείνη ... πάντα απροετοίμαστη, τόσο για το φθινόπωρο, όσο και για τον έρωτα.

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Αποδεικτικά στοιχεία

















Χαμένη κάπου ανάμεσα στα ''πρόχειρα'' και τα ''δημοσιευμένα''. 
Τι σε άφησα να δεις και τι μπόρεσα να σου κρύψω; 
Ξέρεις, σκόνταψα πρόσφατα σε κάτι σελίδες που σκορπίστηκαν στο πάτωμα. 
Εγώ τις σκόρπισα, μη φανταστείς. 
Κάτι μ’ έπιασε χθες το βράδυ. 
Πόρτες και παράθυρα κλειστά, μα εγώ κρύωνα. 
Κι είναι κι αυτές οι συνηθισμένες πλέον αϋπνίες μου. 
Χαράματα που λες, κι εγώ γυρνούσα μες το σπίτι σαν ηρωίδα βγαλμένη από ταινία του Tim Burton. Άρχισα λοιπόν, να σκαλίζω ντουλάπες και συρτάρια. 
Έψαχνα ... Έψαχνα, πότε ξεκίνησαν όλα αυτά. 
Σίγουρα στην περίπτωση μας, δεν ξεκίνησαν όταν εκείνος ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο, τραγούδησε την Γκλεντόρα. Ομολογώ θα ήταν μια συμφέρουσα για μένα απάντηση, αλλά όχι. Δεν ξεκίνησαν τότε. 

Κουρέλια είμαστε, και τραγουδάμε ακόμα. 

Δεν είναι πως ξέχασα, μα, δε θυμάμαι κιόλας. 
Καμιά φορά ο χρόνος φέρεται με άσχημο τρόπο στις στιγμές μας, 
ίσως επειδή ανάλογα τους φερθήκαμε κι εμείς. 
Τις πληγώναμε με κάθε δυνατό τρόπο. 
Παλεύαμε μαζί τους. 
Τις διώχναμε βίαια μακριά μας. 
Ματώναμε. 
Μα συνεχίζαμε. 
Κι εγώ τώρα ψάχνω ένα αποδεικτικό στοιχείο ότι τις ζήσαμε, μα δεν βρίσκω τίποτα. 
Πως να αποδείξω ότι σ'αγάπησα με υποψίες στιγμών καλέ μου; 
Αφού τις ρημάξαμε και μαζί τους ρημαχτήκαμε κι εμείς. 
Σβήσε το φως, μου είπες. Είναι αργά. Αργά για οτιδήποτε.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Άτιτλο


















Επιτέλους γυρίζεις σπίτι,
κοιτάζεις το πρόσωπο σου στον καθρέφτη και αναφωνείς:
"πτώμα η κυρία".

Προσφέρεις στον εαυτό σου ένα ποτήρι κρασί,
κλείνεις παράθυρα & κουρτίνες,
χαμηλώνεις τα φώτα και δυναμώνεις την ένταση.

Η μουσική ταξιδεύει το νου σου, εκεί που το σώμα δεν μπορεί να βρίσκεται
χαμογελάς και ψιθυρίζεις:

"I don't believe
that anybody
feels the way I do
about you now"

https://www.youtube.com/watch?v=dfph4a5OluU

Τόσο απλά; Τόσο απλά.